Μετάβαση στο περιεχόμενο
24/01/2012

«Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και δημοκρατία» (Θεσσαλονίκη, 27-28 Ιανουαρίου 2012)

«Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και δημοκρατία» (Θεσσαλονίκη, 27-28 Ιανουαρίου 2012)
 
Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης
 
 

Χώρος: Αμφιθέατρο Ι, Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕ.Δ.Ε.Α.) του ΑΠΘ, 3ης Σεπτεμβρίου (μεταξύ Φοιτητικής Λέσχης και Πανεπιστημιακού Γυμναστηρίου)

 
Πρόγραμμα Συνεδρίου

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου

[18:00-18:30] Έναρξη – Χαιρετισμοί

[18:30-20:00] 1η συνεδρία – συντονισμός: Νίκος Παρασκευόπουλος
Γεράσιμος Βώκος, Πλήθος και μάζες στη Γαλλική Επανάσταση: οι αναλύσεις ενός ιστορικού
Φανή Γιαννούση, Λαός, πλήθος, κοινό. Όψεις του νεωτερικού υποκείμενου στον ύστερο 19ο αιώνα
Αλέξανδρος Κιουπκιολής,  Λαός ή πλήθος; Όταν η ονοματολογία δεν έχει μόνον φιλολογικό ενδιαφέρον

[20:00-21:00] Προβολή ντοκιμαντέρ «Λαϊκισμός: χειραγώγηση ή χειραφέτηση;» (σκηνοθεσία: Γιώργος Κεραμιδιώτης)

Σάββατο 28 Ιανουαρίου

[10:00-12:00] 2η Συνεδρία – συντονισμός: Νίκος Δεμερτζής

Χρήστος Λυριντζής, Θεωρητικές προσεγγίσεις και πρακτικές επιπτώσεις: Όψεις του λαϊκισμού στην Ελλάδα
Γιάννης Μπαλαμπανίδης & Κατερίνα Λαμπρινού, Η Ελλάδα της κρίσης: λαϊκισμοί χωρίς ηγεμονία
Γιάννης Σταυρακάκης,  Λαός και λαϊκιστικός λόγος στη σκιά της ευρωπαϊκής κρίσης
Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, Λαϊκισμός: Μεθοδολογικές χρήσεις και πολιτική διαχείριση μίας πολύσημης έννοιας

Διάλειμμα

[12:30-14:00] 3η Συνεδρία – συντονισμός: Θεόδωρος Χατζηπαντελής

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Λαϊκισμός και εθνικισμός
Βασιλική Γεωργιάδου, Εκδοχές του λαϊκιστικού φαινόμενου στην ευρωπαϊκή άκρα δεξιά
Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς και τεχνοκρατικός λαϊκισμός

[14:00-16:00] Διακοπή για γεύμα

[16:00-17:30] 4η Συνεδρία – συντονισμός: Μιχάλης Σπουρδαλάκης

Νικόλας Σεβαστάκης, Ο λαϊκισμός ως παθολογία: Σκέψεις για τη διαμόρφωση του «εκσυγχρονιστικού αντι-λαϊκισμού»
Γιώργος Κατσαμπέκης, Αντιλαϊκισμός: ένας νέος «φόβος των μαζών» για τον 21ο αιώνα;
Θωμάς Σιώμος, Τηλελαϊκισμός, μεσολαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και δημοκρατία

Διάλειμμα

[18:00-20:00] Στρογγυλό Τραπέζι – συντονισμός: Γιώργος Πάσχος
Νίκος Μουζέλης
Νίκος Δεμερτζής
Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Κώστας Σταμάτης

20/01/2012

Η ιδιωτικοποίηση της «γενικής διάνοιας» (του Slavoj Zizek)

Η ιδιωτικοποίηση της «γενικής διάνοιας» πηγή: εφημ. Δράση Του Slavoj Zizek*

 

Πώς έγινε ο Bill Gates ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Αμερική; Η περιουσία του δεν έχει καμία σχέση με το κόστος παραγωγής αυτών που πουλάει η Microsoft: δηλαδή, δεν είναι αποτέλεσμα του ότι παράγει καλό λογισμικό σε χαμηλότερες τιμές από τους ανταγωνιστές της, ή της «αξιοποίησης» των εργαζομένων της με μεγαλύτερη επιτυχία (η Microsoft πληρώνει τους γνωσιακούς εργαζόμενούς της με σχετικά υψηλό μισθό). Αν αυτό ίσχυε, η Microsoft θα είχε χρεοκοπήσει εδώ και καιρό: οι άνθρωποι θα επέλεγαν ελεύθερα συστήματα, όπως το Linux, τα οποία είναι εξίσου καλά ή και καλύτερα από τα προϊόντα της Microsoft. Εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να αγοράζουν το λογισμικό της Microsoft, επειδή η Microsoft έχει επιβληθεί ως ένα σχεδόν καθολικό πρότυπο, μονοπωλώντας ουσιαστικά το χώρο, ως μια ενσάρκωση αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε «γενική διάνοια», εννοώντας τη συλλογική γνώση σε όλες τις μορφές της, από την επιστήμη μέχρι την πρακτική τεχνογνωσία. Ο Γκέιτς ιδιωτικοποίησε, πράγματι, ένα μέρος της γενικής διάνοιας και έγινε πλούσιος από την ιδιοποίηση του μισθώματος που επακολούθησε. Η δυνατότητα της ιδιωτικοποίησης της γενικής διάνοιας ήταν κάτι που ο Μαρξ δεν προέβλεψε στα γραπτά του για τον καπιταλισμό (σε μεγάλο βαθμό γιατί παρέβλεψε την κοινωνική διάστασή της). Ωστόσο, αυτό αποτελεί τον πυρήνα των σημερινών αγώνων γύρω από την πνευματική ιδιοκτησία: καθώς ο ρόλος της γενικής διάνοιας -που βασίζεται στη συλλογική γνώση και την κοινωνική συνεργασία- έχει αυξηθεί στο μετα-βιομηχανικό καπιταλισμό, ο πλούτος συσσωρεύεται εντελώς δυσανάλογα προς τη δαπανηθείσα εργασία στην παραγωγή του. Το αποτέλεσμα δεν είναι, όπως ο Μαρξ φαίνεται να ανέμενε, η αυτο-διάλυση του καπιταλισμού, αλλά η σταδιακή μετατροπή του κέρδους που προκύπτει από την εκμετάλλευση της εργασίας σε μίσθωμα που ιδιοποιείται μέσω της ιδιωτικοποίησης της γνώσης. Το ίδιο ισχύει και για τους φυσικούς πόρους, η εκμετάλλευση των οποίων είναι μια από τις κύριες στον κόσμο πηγές μισθώματος. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας μόνιμος αγώνας για το ποιος παίρνει το μίσθωμα: οι πολίτες του Τρίτου Κόσμου ή οι δυτικές επιχειρήσεις. Η ειρωνεία είναι ότι για να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της εργασίας (η οποία με τη χρήση της παράγει υπεραξία) και άλλων εμπορευμάτων (τα οποία καταναλώνουν όλοι την αξία τους κατά τη χρήση τους), ο Μαρξ αναφέρει το πετρέλαιο ως παράδειγμα «συνηθισμένου» εμπορεύματος. Οποιαδήποτε προσπάθεια σήμερα να συνδεθεί η άνοδος και η πτώση της τιμής του πετρελαίου με την αύξηση ή μείωση του κόστους παραγωγής ή την τιμή της υπό εκμετάλλευση εργασίας, είναι άνευ νοήματος: το κόστος παραγωγής είναι αμελητέο σε σχέση με την τιμή που πληρώνουμε για το πετρέλαιο, τιμή που είναι πραγματικά το μίσθωμα που οι ιδιοκτήτες του πόρου αυτού μπορούν να απαιτούν χάρη στην περιορισμένη προσφορά του. Μια συνέπεια της αύξησης της παραγωγικότητας που επέφεραν οι ραγδαία αυξανόμενες επιπτώσεις της συλλογικής γνώσης είναι η αλλαγή του ρόλου της ανεργίας. Είναι η ίδια η επιτυχία του καπιταλισμού (μεγαλύτερη αποδοτικότητα, αυξημένη παραγωγικότητα, κ.λπ.) που παράγει ανεργία, καθιστώντας όλο και περισσότερους εργαζόμενους άχρηστους: αυτό που θα έπρεπε να είναι ευλογία -λιγότερο σκληρή εργασία- μετατρέπεται σε κατάρα. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η ευκαιρία εκμετάλλευσης σε μια μακροχρόνια δουλειά τώρα βιώνεται ως προνόμιο. Η παγκόσμια αγορά, όπως ο Fredric Jameson το έχει θέσει, είναι πλέον «ένας χώρος στον οποίο ο καθένας έχει γίνει κάποτε παραγωγικός εργάτης, και στον οποίο η εργασία έχει αρχίσει να αποτιμάται παντού πολύ ακριβά για να αγορασθεί». Στην εν εξελίξει διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η κατηγορία των ανέργων δεν περιορίζεται πλέον στον αποκαλούμενο από τον Μαρξ «εφεδρικό στρατό εργασία»· περιλαμβάνει επίσης, όπως ο Jameson περιγράφει, «εκείνους τους μαζικούς πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο οι οποίοι έχουν, κατά κάποιο τρόπο, ”εγκαταλειφθεί από την ιστορία”, οι οποίοι έχουν εσκεμμένα αποκλεισθεί από τα εκσυγχρονιστικά σχέδια του καπιταλιστικού Πρώτου Κόσμου και διαγράφηκαν ως ανέλπιδες ή μη εξελισσόμενες περιπτώσεις»: τα λεγόμενα αποτυχημένα κράτη (Κονγκό, Σομαλία), τα θύματα της πείνας ή οικολογικών καταστροφών, παγιδευμένοι από ψευδο-αρχαϊκά «εθνοτικά μίση», αντικείμενα της φιλανθρωπίας και των ΜΚΟ ή στόχοι του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Η κατηγορία των ανέργων έχει επομένως επεκταθεί, περιλαμβάνοντας τεράστιο εύρος ανθρώπων, από τους προσωρινά άνεργους, τους όχι πλέον απασχολήσιμους και τους μόνιμα άνεργους, έως τους κατοίκους των γκέτο και των παραγκουπόλεων (όλους εκείνους που συχνά είχαν απορριφθεί από τον Μαρξ ως «λούμπεν-προλετάριοι»), και τέλος ολόκληρους πληθυσμούς ή κράτη αποκλεισμένα από την παγκόσμια καπιταλιστική διαδικασία, όπως οι κενοί χώροι στους αρχαίους χάρτες. Μερικοί λένε ότι αυτή η νέα μορφή καπιταλισμού παρέχει νέες δυνατότητες για χειραφέτηση. Αυτή είναι η θέση του Πλήθους των Hardt και Negri, που επιχειρεί να ριζοσπαστικοποιήσει τον Μαρξ, ο οποίος έκρινε ότι αν κόψουμε απλώς το κεφάλι του καπιταλισμού θα έχουμε σοσιαλισμό. Ο Μαρξ, όπως το βλέπουν, ήταν ιστορικά περιορισμένος από την έννοια της κεντρικής, αυτοματοποιημένης και ιεραρχικά οργανωμένης βιομηχανικής μηχανικής εργασίας, με αποτέλεσμα να κατανοεί τη «γενική διάνοια» μάλλον σαν μέσο κεντρικού σχεδιασμού· μόνο σήμερα, με την άνοδο της «άυλης εργασίας», μια επαναστατική ανατροπή έχει γίνει «αντικειμενικά δυνατή». Αυτή η άυλη εργασία εκτείνεται ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη διανοητική εργασία (παραγωγή ιδεών, κειμένων, προγραμμάτων, κ.λπ.) έως τη συναισθηματική εργασία (που πραγματοποιείται από γιατρούς, babysitters και αεροσυνοδούς). Σήμερα, η άυλη εργασία είναι «ηγεμονική» με την έννοια που ο Μαρξ διακήρυξε ότι στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα η μεγάλη βιομηχανική παραγωγή ήταν ηγεμονική: επιβάλλεται όχι αριθμητικά, αλλά παίζοντας τον κύριο, εμβληματικό δομικό ρόλο. Αυτό που αναδεικνύεται είναι ένα τεράστιο νέο πεδίο, τα αποκαλούμενα «κοινά»: κοινόχρηστες γνώσεις και νέες μορφές επικοινωνίας και συνεργασίας. Τα προϊόντα της άυλης παραγωγής δεν είναι αντικείμενα αλλά νέες κοινωνικές ή διαπροσωπικές σχέσεις· η άυλη παραγωγή είναι βιο-πολιτική, η παραγωγή της κοινωνικής ζωής. Οι Hardt και Negri περιγράφουν εδώ τη διαδικασία που οι ιδεολόγοι του σημερινού «μεταμοντέρνου» καπιταλισμού εξυμνούν ως το πέρασμα από την υλική στη συμβολική παραγωγή, από την συγκεντρωτική-ιεραρχική λογική στη λογική της αυτο-οργάνωσης και της πολυκεντρικής συνεργασίας. Η διαφορά είναι ότι οι Hardt και Negri είναι ουσιαστικά πιστοί στον Μαρξ: προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Μαρξ είχε δίκιο, ότι η άνοδος της γενικής διάνοιας είναι, μακροπρόθεσμα, ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό. Οι ιδεολόγοι του μεταμοντέρνου καπιταλισμού ισχυρίζονται το ακριβώς αντίθετο: η μαρξιστική θεωρία (και πρακτική), υποστηρίζουν, παραμένει εντός των ορίων της ιεραρχικής λογικής του κεντρικού ελέγχου από το κράτος, και έτσι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της επανάστασης της πληροφορίας. Υπάρχουν καλοί εμπειρικοί λόγοι για αυτόν τον ισχυρισμό: αυτό που ουσιαστικά κατέστρεψε τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν η ανικανότητά τους να προσαρμοστούν στη νέα κοινωνική λογική που υποστηρίχθηκε από την επανάσταση της πληροφορίας: προσπάθησαν να κατευθύνουν την επανάσταση μετατρέποντάς την σε ένα ακόμη μεγάλης κλίμακας συγκεντρωτικό, κρατικά σχεδιασμένο έργο. Το παράδοξο είναι ότι αυτό που οι Hardt και Negri εξυμνούν ως μοναδική ευκαιρία να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό, εξυμνείται από τους ιδεολόγους της επανάστασης της πληροφορίας ως η άνοδος ενός νέου «χωρίς τριβές» καπιταλισμού. Η ανάλυση των Hardt και Negri έχει κάποια αδύναμα σημεία, τα οποία εξηγούν πώς ο καπιταλισμός έχει την ικανότητα να επιβιώνει από αυτό που θα έπρεπε να ήταν (με κλασικούς μαρξιστικούς όρους) μια νέα οργάνωση της παραγωγής που τον καθιστά παρωχημένο. Υποτιμούν την έκταση στην οποία ο καπιταλισμός σήμερα έχει με επιτυχία (βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον) ιδιωτικοποιήσει τη γενική διάνοια, καθώς και το βαθμό στον οποίο, περισσότερο από την αστική τάξη, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι γίνονται περιττοί (με όλο και περισσότερους να γίνονται όχι μόνο προσωρινά άνεργοι, αλλά δομικά άνεργοι).

*Απόσπασμα από το άρθρο του Slavoj Zizek Η εξέγερση των έμμισθων αστών στο London Review of Books (11/01/2012). Ο τίτλος του αποσπάσματος είναι δικός μας. Μετάφραση: Κ.Χ. ΠΗΓΗ : http://youpayyourcrisis.blogspot.com/

03/11/2011

Ελληνική Κοινωνιολογική Εταιρεία: Τρίτο Τακτικό Συνέδριο 3-5 Νοεμβρίου στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Η Ελληνική Κοινωνιολογική Εταιρεία  έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στο
Τρίτο Τακτικό Συνέδριό της:

*Ελληνικη Κοινωνια 1975-2010:*

*Μετασχηματισμοι, Ανακαταταξεις, Προκλησεις*

Το Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, 3-5 Νοεμβρίου 2011,  στο  Χαροκόπειο
Πανεπιστήμιο*

Θα χαρούμε πολύ να σας δούμε.

Για το Δ.Σ. της Ε.Κ.Ε.

Η Πρόεδρος

Μαρία Ν. Αντωνοπούλου

Καθηγήτρια

Θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης στους ενδιαφερόμενους (10 ευρώ).

Για να διαβάσετε το Πρόγραμμα του Συνεδρίου κάντε κλικ στο ΕΚΕ+programma.

*Ελευθερίου Βενιζέλου 70, Καλλιθέα, 17671. Πρόσβαση από Αθήνα: με τον
ηλεκτρικό, στάση σταθμός Ταύρου, με τα τρόλεϋ 1,5 και το λεωφορείο 040,
στάση Χαροκόπου.

02/11/2011

Οι οικονομικές κρίσεις στην ιστορία – Διήμερη Επιστημονική Συνάντηση

Οι οικονομικές κρίσεις στην ιστορία

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Διήμερη Επιστημονική Συνάντηση

Οι οικονομικές κρίσεις και η αντιμετώπισή τους στο μακρό ιστορικό χρόνο

4-5 Νοεμβρίου 2011

Αμφιθέατρο «Ι. Δρακόπουλος»

Κεντρικό Κτήριο Πανεπιστημίου Αθηνών Πανεπιστημίου 30

Η σημερινή οικονομική κρίση μάς προκαλεί να αναρωτηθούμε για αντίστοιχα φαινόμενα στο παρελθόν. Ποια μορφή είχαν σε κοινωνίες διαφορετικές από τις δικές μας, πώς αντιμετωπίστηκαν, με ποιες πολιτικές, ποιες ήταν οι κοινωνικές τους συνέπειες; Αναλύθηκαν και πώς από τους στοχαστές της εποχής; Αν ως όρος και εννοιολογικό πλαίσιο η «οικονομική κρίση» είναι προϊόν των τελευταίων αιώνων, τι σημαίνει τελικά οικονομική κρίση σε παλαιότερες εποχές; Η γνώση αυτή είναι απαραίτητη όχι για να εμπνευστούμε λύσεις, αλλά για να μπορέσουμε να σκεφτούμε τις οικονομικές κρίσεις ως ιστορικό και όχι ως συγκυριακό φαινόμενο. Οι οικονομικές κρίσεις κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, στον ανατολικό και δυτικό μεσαίωνα, στην εποχή της δημιουργίας του νέου οικονομικού συστήματος που ενοποίησε τον κόσμο, στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή, στην Ελλάδα από το 19ο αιώνα. Οι κρίσεις παραγωγής, οι σιτοδείες και οι λοιμοί, οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις, οι κοινωνικές πολιτικές αντιμετώπισης της εκπτώχευσης του πληθυσμού, καθώς και ο θεωρητικός στοχασμός για τις κρίσεις είναι θέματα ανακοινώσεων. Οργανωτική Επιτροπή: Αντώνης Λιάκος Κατερίνα Νικολάου Βάσω Σειρηνίδου Σελήνη Ψωμά Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011 15.45-16.00 Έναρξη: Κατερίνα Νικολάου, Πανεπιστήμιο Αθηνών Χαιρετισμοί Πανεπιστημιακών Αρχών 16.00-17.45 1η συνεδρία Κ. Κοπανιάς, Πανεπιστήμιο Αθηνών Ν. Μπιργάλιας, Πανεπιστήμιο Αθηνών Σελήνη Ψωμά, Πανεπιστήμιο Αθηνών Συντονίστρια Συστήματα οικονομικής διαχείρισης στη Μεσοποταμία (4η-2η χιλ. π.Χ.) Κρίσεις και μεταρρυθμίσεις στην αρχαϊκή Αθήνα: ο «διαλλακτής» Σόλωνας Εγχειρίδια αντιμετώπισης των οικονομικών κρίσεων και αύξησης των εσόδων του κράτους στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αιώνα Κατερίνα Παναγοπούλου, Πανεπιστήμιο Κρήτης 17.45-18.15: Διάλειμμα – Καφές 18.15-20.30 2η συνεδρία Γ. Μέργιανος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Τριανταφυλλίτσα Μανιάτη-Κοκκίνη, Πανεπιστήμιο Αθηνών Π. Γουναρίδης, Παν/μιο Θεσσαλίας Αντωνία Κιουσοπούλου, Πανεπιστήμιο Κρήτης Συντονίστρια H κρίση του ύστερου 11ου αιώνα και η ανασυγκρότηση της βυζα­ντι­νής κρατικής οικονομίας από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό Διαχείριση της δημόσιας περιουσίας σε περίοδο ελλειμματικής οι­κο­νομίας: μια δύσκολη ισορροπία. Το παράδειγμα των τελευταί­ων βυζαντινών αιώνων Η κρίση μετά έναν εμφύλιο Η βυζαντινή οικονομία το 15ο αιώνα Χριστίνα Αγγελίδη, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011 10.00-11.45 3η συνεδρία Μαρία Ευθυμίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών Νικολέττα Γιαντσή, Πανεπιστήμιο Αθηνών Κ. Γαγανάκης,. Πανεπιστήμιο Αθηνών Συντονίστρια Οι θεωρίες του Κομφούκιου και οι κρίσεις στην Κίνα και την Α. Ασία Οικονομική κρίση στα χρόνια του «Μαύρου Θανάτου» Θεωρήσεις της οικονομικής κρίσης στο 16ο αιώνα. Jean Bodin Βάσω Σειρηνίδου, Πανεπιστήμιο Αθηνών 11.45-12.15: Διάλειμμα – Καφές 12.15-14.30 4η συνεδρία Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γ. Κοκκινάκης, Πανεπιστήμιο Κρήτης Σ. Πετμεζάς, Πανεπιστήμιο Κρήτης Σπ. Πλουμίδης, Πανεπιστήμιο Αθηνών Συντονίστρια Τα δάνεια του αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας: η κρίση, οι δια­με­σολαβητές και η αγορά του Λονδίνου το 19ο αιώνα Νομισματική πολιτική, τράπεζες και οικονομία, στη μεγάλη ύφεση 1870-1900 και στην παγκόσμια οικονομική κρίση της εποχής μας Η πρώτη παγκοσμιοποίηση και η οικονομική κρίση στην Ελλάδα (ca. 1893-1910) Η αγροτική κρίση στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και η αντιμετώ­πισή της Κατερίνα Γαρδίκα, Πανεπιστήμιο Αθηνών 14.30-15.30: Διάλειμμα – Γεύμα 15.30-17.15 5η συνεδρία Κ. Ράπτης, Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευ. Χατζηβασιλείου, Πανεπιστήμιο Αθηνών Χ. Χατζηιωσήφ, Πανεπιστήμιο Κρήτης Συντονίστρια Η κρίση του 1929-32 στην Κεντρική Ευρώπη Υπάρχουν μηχανισμοί για την υπέρβαση των οικονομικών κρίσεων; Μια συζήτηση με αφορμή την ελληνική εμπειρία του 1932-1959 Από την αναζήτηση του «γερού» νομίσματος στην παύση πληρωμών και τα πολιτικά τους συμφραζόμενα Δήμητρα Λαμπροπούλου, Πανεπιστήμιο Αθηνών 17.15-17.45: Διάλειμμα – Καφές 17.45-19.30 6η συνεδρία Χρ. Ιορδάνογλου, Πάντειο Πανεπιστήμιο Ν. Χριστοδουλάκης, Οικονομικό Παν/μιο Α. Λιάκος, Πανεπιστήμιο Αθηνών Συντονιστής

23/10/2011

Δώδεκα πρωτότυπες προσεγγίσεις για την έννοια του κράτους: Από τις κλασικές θεωρήσεις πολιτικών επιστημόνων στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (του Κώστα Ελευθερίου)

Δώδεκα πρωτότυπες προσεγγίσεις για την έννοια του κράτους (του Κώστα Ελευθερίου από την Καθημερινή)

 
Δώδεκα πρωτότυπες προσεγγίσεις για την έννοια του κράτους

Από τις κλασικές θεωρήσεις πολιτικών επιστημόνων στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Του Κωστα Eλευθεριου*

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_23/10/2011_459921

COLIN HAY, MICHAEL LISTER, DAVID MARSH (επιμ.)

Το Κράτος: Θεωρίες και Προσεγγίσεις

μετ.: Γ. Αντωνίου, Αλ. Κουτσογιάννης

εκδ. Σαββάλας – σελ. 464

Τι είναι το «κράτος»; Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη φαίνεται να ακολουθεί μια ιδιόμορφη ερευνητική πορεία: ανακαλύπτει θεματικούς «θησαυρούς» σε δευτερεύοντα ζητήματα και την ίδια στιγμή αποφεύγει να ασχοληθεί με τις «βαριές μεταβλητές» του αντικειμένου -το κράτος, τα κόμματα, τα συνδικάτα, τη σχέση του πολιτικού με το κοινωνικό- «δηλώνοντας» ότι έχουν φθάσει σε ένα απώτατο σημείο κορεσμού και πλέον τίποτε το πρωτότυπο δεν μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτές.

Ταυτόχρονα, όμως, εκείνο που εκπέμπεται από την ερευνητική κοινότητα φαίνεται να είναι μία απλουστευτική θέση για το περιεχόμενο και τη σημασία αυτών των μεταβλητών. Αυτό που δεν μπορούν να φανταστούν ορισμένοι είναι πως αυτή η εννοιολογική αποχύμωση της πολιτικής επιστήμης συνεισφέρει στη σταδιακή μεταμόρφωσή της σε ένα light αντικείμενο στο οποίο θα περισσεύουν οι «επιστημονικές» μέθοδοι και θα λείπει το θεωρητικό βάθος. Η αναζήτηση της «επιστημοσύνης» στην άκριτη ποσοτικοποίηση των δεδομένων των πολιτικών διαδικασιών -ξεχνώντας ότι η πολιτική είναι η κατεξοχήν ανθρώπινη δραστηριότητα από τον Πλάτωνα και έπειτα- θέτει, πλέον, σε δεύτερη μοίρα την «αφήγηση» του πολιτικού φαινομένου ως μία σύνθεση θεωρητικών σχηματοποιήσεων, ιστορικών διαισθήσεων, ανθρωπολογικών παρατηρήσεων και -γιατί όχι;- πολιτικών σχολίων. Κατ’ επέκταση, έννοιες όπως το κράτος πέρασαν από την «κλίνη του Προκρούστη» για να είναι επιχειρησιακές για τις νέες πιο «επιστημονικές» μεθοδολογίες, ενώ, εν πολλοίς, το γενικότερο πολιτικό κλίμα δημιούργησε την πεποίθηση «και γιατί να μελετηθεί το κράτος, αφού εξαφανίζεται» – όπου πια το φαινόμενο που καλείται ένας επιστήμονας να μελετήσει προσδιορίζει και τους όρους της μελέτης του. Οπως περιγράφεται πολύ παραστατικά από τους Colin Hay και Michael Lister «…η θεωρία του κράτους μετατράπηκε από έναν ορμητικό χείμαρρο σε στάσιμα νερά, όχι κάτι περισσότερο από ένα νοητικό τέλμα που το διατρέχουν μόνο σκληραγωγημένοι θεωρητικοί…».

Πολυπλοκότητα ερμηνειών

Ο συλλογικός τόμος «Το Κράτος: Θεωρίες και Προσεγγίσεις» των Colin Hay, Michael Lister και David Marsh διαπνέεται από μία πολύ συγκεκριμένη λογική: επιχειρεί να καταδείξει την πολυπλοκότητα των ερμηνειών σχετικά με το κράτος, προτείνοντας μία πολυθεματική κατόπτευση του κρατικού φαινομένου βασισμένη στις διάφορες ερευνητικές «πειθαρχίες» της πολιτικής επιστήμης. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν αφορά τόσο την ιστορική εξέλιξη του κράτους, όσο τους πολλούς και διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι πολιτικοί επιστήμονες επιχείρησαν και επιχειρούν να αναδείξουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πολιτικού θεσμού και να μελετήσουν τη δυναμική και την επίδρασή του στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και στην κοινωνία. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, διότι λειτουργεί αφενός ως ένα πλήρες διδακτικό εγχειρίδιο και αφετέρου ως επιστημονικός αντίλογος σε όσους εσφαλμένα θεωρούν ότι η πολιτική επιστήμη είναι κυρίως μία «υψηλή» μορφή πολιτικής αρθρογραφίας. Το έργο αρθρώνεται εξελικτικά, όπου οι πιο κλασικές θεωρήσεις περί κράτους ακολουθούνται από τις πιο σύγχρονες. Ωστόσο, όλες οι συνεισφορές στον τόμο έχουν ως κοινή έδρα την ανάγκη επικαιροποίησης του θεωρητικού προβληματισμού στο σήμερα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το έργο δεν συνιστά μία ιστορία των θεωριών περί κράτους, αλλά μία ζώσα αναδιαπραγμάτευση ζητημάτων του παρόντος από μία ευρυγώνια οπτική γωνία.

Πανσπερμία προσεγγίσεων

Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα πρωτότυπες συνεισφορές πολιτικών επιστημόνων που καλύπτουν διαφορετικές προσεγγίσεις του κρατικού φαινομένου: τον «σκληρό» πυρήνα των θεωριών περί κράτους (πλουραλισμός, ελιτισμός, μαρξισμός, δημόσια επιλογή και θεσμισμός)· τις «αιρετικές» προσεγγίσεις (φεμινισμός, πράσινη θεωρία και μεταδομισμός) και τη σύγχρονη συζήτηση όπου αναδεικνύονται ζητήματα όπως η θέση του κράτους στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, η μετάβαση από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση, ο διάλογος για το αν το κράτος παρακμάζει ή απλά μετασχηματίζεται, η επίδραση των υπερεθνικών ολοκληρώσεων στη λειτουργία του εθνικού κράτους και η σταδιακή «ιδιωτικοποίηση» των, μέχρι πρότινος, «δημόσιων» υπηρεσιών. Στο τελικό συμπέρασμα του τόμου οι Lister και Marsh αναζητούν κοινά σημεία στις διάφορες προσεγγίσεις και διατυπώνουν τη δική τους θεωρία, επισημαίνοντας και τις θεματικές οι οποίες, κατά τη γνώμη τους, θα μονοπωλήσουν την επιστημονική συζήτηση στο επόμενο διάστημα.

Τα τελευταία χρόνια η πολιτική επιστήμη «βασανίζεται» από το «σύνδρομο» των εύκολων απαντήσεων στα πλέον σύνθετα ερωτήματα. Η θεωρία του κράτους περιλαμβάνει μία πανσπερμία προσεγγίσεων διαφορετικών μεταξύ τους, οι οποίες «αποκαλύπτουν» πτυχές του φαινόμενου, ενίοτε συμπληρωματικές. Το παρόν βιβλίο φαίνεται να αμφισβητεί καθησυχαστικές βεβαιότητες και να ευνοεί πολυπρισματικές οπτικές. Σε κάθε περίπτωση, συνιστά ένα ανάγνωσμα που θέλγει με τη σαφήνειά του και εντυπωσιάζει με την επιστημονική του πληρότητα.

* Ο κ. Κώστας Ελευθερίου είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

13/10/2011

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ «Δημόσια πολιτική θεωρία και πράξη στην εποχή της κρίσης»

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

«Δημόσια πολιτική θεωρία και πράξη στην εποχή της κρίσης»

Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011, 19.00,

Πολιτιστικό κέντρο-Εντευκτήριο, κτήριο «Κωστής Παλαμάς» του Πανεπιστημίου Αθηνών ( Ακαδημίας 48 και Σίνα )

διαβάστε περισσότερα… http://http://www.hpsa.gr/Portals/0/Ladi_Dalakou_Spanou_teliko.qxd-1[1].pdf

07/10/2011

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ. ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

Για να διαβασετε το πλήρες κείμενο με σημειώσεις-παραπομπές καντε κλικ εδώ

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ. ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Η εξέγερση των αποίκων για την ανεξαρτησία τους από την Αγγλική κυριαρχία στέφθηκε με επιτυχία μετά από αρκετούς μήνες ένοπλων συγκρούσεων. Έτσι, στις 4 Ιουλίου 1776 οι 13 αποικίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους ιδρύοντας την Ομοσπονδία που στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου θα γινόταν αρχικά η υπερδύναμη του καπιταλιστικού κόσμου και με την κατάρρευση της άλλης υπερδύναμης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» θα καθίστατο προσωρινά η μοναδική.

Το πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε με την αμερικανική επανάσταση δεν διαμορφώθηκε μια κι έξω αλλά μέσα από σκληρές ιστορικές ταξικές, φυλετικές και άλλες κοινωνικές συγκρούσεις που στα μέσα του 19ου αιώνα πήραν τη μορφή της εμφύλιας στρατιωτικής σύγκρουσης των Βορείων και των Νοτίων. Γι’ αυτό είναι λαθεμένη η εθνοκεντρική-ελληνοκεντρική άποψη που αναλύει εντελώς ρηχά την αμερικανική ιστορία. Όπως, εξίσου ρηχή αλλά και σκοταδιστική είναι η ίδια η κυρίαρχη αγγλοσαξωνική προτεσταντική αντίληψη της ιστορίας. «Οταν η ιστορία οποιασδήποτε χώρας παρουσιάζεται ως ιστορία μιας οικογένειας, τότε αποκρύπτονται λυσσαλέες συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα σε κατακτητές και κατακτημένους, σε αφέντες και δούλους, σε καπιταλιστές και εργάτες, σε εξουσιαστές και εξουσιαζομένους, σε άτομα διαφορετικής φυλής και φύλου. Και σ’ έναν τέτοιο κόσμο συγκρούσεων, σ’ έναν κόσμο θυμάτων και δημίων, είναι καθήκον των σκεπτόμενων ανθρώπων, όπως είπε ο Αλμπέρ Καμί, να μη συμμαχήσουν με τους δήμιους». Η ιδιαίτερη δικομματική συγκρότηση που χαρακτηρίζει το κομματικό σύστημα είναι και αυτή προϊόν ιστορικών συγκρούσεων που αντανακλούσαν με τη σειρά τους τα αντιτιθέμενα ταξικά και φυλετικά-εθνοτικά συμφέροντα. Το γενικό σχήμα εξέλιξης των βασικών κομμάτων είναι το εξής:

Χρονική περίοδος Τύπος οργάνωσης Βασικά κόμματα Καθοριστικές εκλογικές αναμετρήσεις
1796-1828 Κόμματα ελίτ Φεντεραλιστές Τζεφερσονιανοί vs Ρεπουμπλικάνοι 1800, 1824
1830-1900 Κόμματα – μαζικές οργανώσεις (machine) Δημοκρατικοί vs Ουίγοι vs Ρεπουμπλικάνοι 1840, 1860, 1896
1900-1960 Μεταρρυθμισμένα κόμματα Δημοκρατικοί vs Ρεπουμπλικάνοι 1912, 1932, 1952
1960-σήμερα Κόμματα υπηρεσίες Δημοκρατικοί vs Ρεπουμπλικάνοι 1960, 1968, 1980, 2000

Στη βιβλιογραφία, βέβαια, συναντάμε διαφορετικές εκδοχές για την εξέλιξη των κομμάτων και του κομματικού συστήματος, αλλά στην παρούσα φάση κρατάμε το συγκεκριμένο πίνακα ως λειτουργικότερο μιας και εξυπηρετεί τη σύντομη ανασκόπησή μας. Όπως βλέπουμε αυτή η τυπολογική κατάταξη διαφέρει κατά τι από την κλασική στο είδος της κατάταξη του Μωρίς Ντυβερζέ την οποία επέκτειναν οι Ρίτσαρντ Κατς και Πήτερ Μέιερ :

Α. Κόμματα στελεχών. Αρχικά τα πολιτικά κόμματα ήταν τοπικές επιτροπές από προσωπικότητες με επιρροή και προύχοντες στα πλαίσια κάθε εκλογικής περιφέρειας
 Ποιότητα μελών αντί ποσότητας
 Εσωτερική οργάνωση επιτροπών ατελής
 Μεγάλη αυτονομία επιτροπών
 Κόμματα = ομοσπονδία επιτροπών
 Βουλευτές με μεγάλη ανεξαρτησία. Αποτέλεσμα οι μάχες των εθνοσυνελεύσεων είχαν χαρακτήρα μονομαχίας

Β. Κόμματα μαζών. Ο αποκλεισμός σοσιαλιστών υποψηφίων από πηγές χρηματοδότησης οδήγησε στη συγκρότηση οργανώσεων με πολλά μέλη που κατέβαλλαν μικρές χρηματικές συνεισφορές κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Αποτέλεσμα ήταν η ενσωμάτωση στην οργάνωση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οπαδών. Έτσι η κομματική οργάνωση συνέβαλε στην πολιτική εκπαίδευση λαϊκών μαζών και δημοκρατική επιλογή υποψηφίων από συνέδρια (εθνικά, τοπικά, τομεακά).

• Τα κόμματα στελεχών ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της εποχής συγκρούσεων μεταξύ αριστοκρατών και αστών.
• Τα κόμματα μαζών ανταποκρίνονται στην εποχή κατά την οποία η βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί πολυπληθή εργατική τάξη που διεκδικεί την ενσωμάτωση του συνόλου των πολιτών στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και την διαρκή συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες πέρα από την ανά τετραετία καθολική ψηφοφορία για την εκλογή βουλευτών.

Η διαρκής μαζική οργάνωση μελών και ανάγκη διαρκούς είσπραξης συνδρομών και συνεισφορών συνέβαλε στην πολύ αυστηρότερη διοικητική οργάνωση και στην προοδευτική ανάπτυξη ενός πολύπλοκου και ιεραρχημένου οργανισμού και μιας ομάδας ενδοκομματικών ηγετών με αποτέλεσμα την εξασθένιση της θέσης των βουλευτών.

Κοινωνιολογικά, η διαμάχη μεταξύ ενδοκομματικών και κοινοβουλευτικών στελεχών αντανακλά τη διαμάχη των δύο ομάδων της βάσης: μέλη που εκλέγουν τους ενδοκομματικούς ηγέτες και οπαδοί που εκλέγουν τους βουλευτές. Τα μέλη είναι πιο ταυτισμένα με το κόμμα σε σχέση με τους ψηφοφόρους και, συνεπώς, πιο αδιάλλακτα.

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, οι ομοιότητες με την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κομμάτων είναι πολλές παρά τη σχετικά αργοπορημένη εμφάνισή τους έναντι αυτών των ΗΠΑ.

Γ. Το πανσυλλεκτικό κόμμα εμφανίστηκε στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’60 διατηρώντας πολλά στοιχεία του κόμματος μαζών. Το πρότυπο ανάπτυξης της Δύσης ήταν το υπόβαθρο του πανσυλλεκτικού κόμματος: ιδιότυπο καθεστώς συσσώρευσης με δομές εντατικής συσσώρευσης και μαζικής κατανάλωσης στη βάση συναινετικών θεσμών και δομών. Το πανσυλλεκτικό κόμμα υιοθετεί στρατηγικές άμεσης εκλογικής αποτελεσματικότητας που συνεπάγονται πρακτικές αποστασιοποίησης ή και αποστροφής από πρακτικές στρατολόγησης στη βάση των ιδεολογικών και κυρίως κοινωνικών ταυτίσεων, ενώ παράλληλα επιδιώκουν εκλογική υποστήριξη με αφετηρία πολιτικές και προγραμματικές συγκλίσεις.
Τα κόμματα πλέον παύουν να είναι παράγοντες της κοινωνίας που επιδιώκουν την επιρροή πάνω στο κράτος ή την διείσδυση σ’ αυτό. Αυτό σημαίνει μετατροπή των κομμάτων σε ανταγωνιστικούς μεσίτες μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Οι κυβερνήσεις πανσυλλεκτικών κομμάτων βιώνουν μια έντονη αντίφαση προσπαθώντας αφενός να μεσιτεύσουν τα αιτήματα της κοινωνίας προς το κράτος αφετέρου να υποστηρίζουν την κρατική πολιτική απέναντι στην κοινωνία. Αντίθετα στις ΗΠΑ η εξέλιξη ήταν κάπως διαφορετική. Οι μαζικές οργανώσεις των πολιτικών κομμάτων κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης, της ανάπτυξης της εργατικής τάξης και της εισροής μεταναστών από την Ευρώπη δεν είχαν τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών συντηρητικών και σοσιαλιστικών κομμάτων (λόγω απουσίας φεουδαρχίας, ατομιστικής πολιτικής κουλτούρας και, σε μεγάλο βαθμό, των δυνατοτήτων επέκτασης της χώρας προς δυσμάς που λειτουργούσε ως αδιαμόρφωτο ακόμη «Αμερικανικό όνειρο» κ.ο.κ.). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ στην καλύτερη εμφάνισή του στις Προεδρικές του 1912 έφτασε το 6% και στις βουλευτικές είχε δύο βουλευτές στο Ομοσπονδιακό επίπεδο, μερικές έδρες σε Πολιτειακά νομοθετικά σώματα και 33 δημάρχους, για να μειωθεί σταδιακά η δύναμή του σε ελάχιστα ποσοστά. Έτσι, βλέπουμε τα υποτιθέμενα μαζικά κόμματα του 190υ αιώνα, Δημοκρατικό και Ρεπουμπλικανικό, να είναι ουσιαστικά πανσυλλεκτικά, τη δε δομή τους να μην έχει τα πυραμιδωτά χαρακτηριστικά των κομμάτων-μαζών.

Δ. Τα κόμματα καρτέλ είναι η πιο σύγχρονη κομματική μορφή που απαντάμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, πολλά χαρακτηριστικά των οποίων απαντώνται και στα βασικά αμερικανικά κόμματα ήδη από το 1960. Τα κόμματα αυτά χαρακτηρίζονται από πολιτικούς που θεωρούν την πολιτική ως επάγγελμα (πολλοί δε ως πηγή πλουτισμού και ελάχιστοι ως καθήκον του πολίτη). Η βάση του κομματικού ανταγωνισμού είναι το κατά πόσο οι πολιτικοί έχουν διαχειριστικές δεξιότητες και είναι γενικώς και αορίστως αποτελεσματικοί, ενώ η ιδεολογία έχει χαθεί ως έννοια. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η «έςνταση κεφαλαίου» της κομματικής δουλειάς και της κομματικές προεκλογικής εκστρατείας. Εκεί που οι εθελοντές έπαιζαν σημαντικό ρόλο, έστω και σε «ταπεινά καθήκοντα» αφισοκόλλησης και «cheerleaders» αναλαμβάνουν τώρα οι διάφορες εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες πολιτικού μάρκετινγκ, διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων, χάραξης στρατηγικής και, πάνω απ’ όλες οι εταιρείες ερευνών κοινής γνώμης. Τα κόμματα πια εδρεύουν στο κράτος και παύουν πλέον να είναι μεσίτες της κοινωνίας προς αυτό. Οι σχέσεις των κομματικών ελίτ και των απλών μελών είναι, σε γενικές γραμμές, αυτές της «αμοιβαίας αυτονομία» (ένας κομψός όρος για να πούμε ότι τα μέλη και οι οπαδοί ξεκίνησαν την απόδρασή τους από τα κόμματα). Τέλος, τα εναπομένοντα μέλη δεν έχουν ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις και τα όρια μεταξύ μελών και μη-μελών είναι πλέον ασαφή, και η έμφαση είναι στο άτομο ως μέλος και όχι ως οργανωμένο σώμα (π.χ. Βρετανικό Εργατικό Κόμμα). Η εμπειρία των κομμάτων των ΗΠΑ είναι και εδώ διαφορετική ή και πρωτοποριακή σε σχέση με τα κόμματα-καρτέλ.

Ας επιστρέψουμε για λίγο στον πίνακα της εξέλιξης των κομμάτων των ΗΠΑ. Όσον αφορά τα κόμματα των ελίτ δεν τίθεται θέμα σύγκρισης καθώς η λογική είναι ίδια με αυτή των ευρωπαϊκών κομμάτων των ελίτ. Το 1824 μια νέα γενιά ηγετών εμφανίστηκε στα τότε κόμματα. Στο μεταξύ είχαν εκλείψει οι Φεντεραλιστές και είχαν κυριαρχήσει οι Ρεπουμπλικανοί. Η θεματολογία των εκλογών δεν χαρακτηριζόταν πια από τα έντονα προβλήματα και οι συγκρούσεις μεταξύ Βρετανόφιλων και Γαλλόφιλων (ουσιαστικά εκπροσωπούσαν καπιταλιστές που είχαν αντίστοιχους εμπορικούς προσανατολισμούς και εκφράστηκαν με τις αντίστοιχες στοιχίσεις στις πολεμικές συρράξεις των δύο μεγάλων δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης). Νικητής από τους νεώτερους Ρεπουμπλικανούς (μόνο αυτούς ήταν οι 4 υποψήφιοι) αναδείχθηκε ο Άντριου Τζάκσον από την Πολιτεία Τεννεσή. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από την οικοδόμηση ενός «πελατειακού κράτους» (που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, όπως νομίζουν πολλοί «εκσυγχρονίζοντες»). Σύμφωνα με έναν εξέχοντα ιστορικό είναι δίκαιο να δηλώσει κανείς ότι ο Τζάκσον εισήγαγε το ‘σύστημα των λαφύρων’στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ποτέ του δεν το μετάνιωσε. Η πολιτική λογική του για τη στελέχωση της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού ήταν τόσο απλή όσο των ανθρώπων των δυτικών συνόρων: «Τα καθήκοντα όλων των δημοσίων λειτουργών είναι (…) τόσο σαφή κι απλά που άνθρωποι με εξυπνάδα μπορούν μετά χαράς αυτοπροταθούν για να αναλάβουν να τα εκτελέσουν (…) και δεν μπορώ παρά να πιστεύω πως έχουμε πολλά να χάσουμε αν υπάρχουν άνθρωποι που κατέχουν μια θέση επί μακρόν από όσα γενικά μπορούμε να κερδίσουμε από την εμπειρία τους (. . ) Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει περισσότερα φυσικά δικαιώματα από κάποιον άλλο πάνω σε δημόσιες θέσεις εργασίας.» Απέναντί του στάθηκαν οι Ουίγοι (Whigs ήταν οι Φιλελεύθεροι στη Βρετανία και όσοι κάτοχοι αξιωμάτων στις αποικίες αντιστάθηκαν στους Βρετανούς και πήραν μέρος στην επανάσταση του 1776) και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί με κύριο το Αντι-Μασονικό Κόμμα που ήταν το «κόμμα νέου τύπου» γιατί δημιουργήθηκε από τα κάτω ως «εξωκοινοβουλευτικό» μαζικό κόμμα μα συγκεκριμένη αντέντα, της οποίας το κύριο αίτημα ήταν ο πλήρης εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής με το κλείσιμο των «μυστικών οργανώσεων». Στις εκλογές του 1836 ο Μάρτιν Βαν Μπιούρεν, διάδοχος του Τζάκσον, υπό την ταμπέλα των «Δημοκρατικών Ρεπουμπλικανών» νίκησε τους Ουίγους που διασπάστηκαν μεταξύ τριών υποψηφίων. Μεταξύ 1840 και 1852 είχαν σχηματιστεί και συγκρούονταν τα κόμματα των μαζικών οργανώσεων, Ουίγοι και Δημοκρατικοί (υπό τον Βαν Μπιούρεν). Στις εκλογές του 1840 οι Ουίγοι κέρδισαν με τον …Μακ Κέιν της εποχής, τον στρατιωτικό θρύλο που άκουγε στο όνομα Γουίλιαμ Χένρι Χάρισον του Οχάιο: «Ο λόγος για τον οποίο η εκστρατεία του 1840 εξελίχθηκε στην πιο διασκεδαστική και πιο βλακώδη προεδρική εκλογή είναι το ότι οι Ουίγοι νίκησαν τους Δημοκρατικούς με τις ίδιες τις μεθόδους τους. Δεν υιοθέτησαν ουδεμία πλατφόρμα, έχρισαν υποψήφιο έναν στρατιωτικό ήρωα, αγνόησαν τα πραγματικά διακυβεύματα και δεν απευθύνθηκαν στη νοημοσύνη των ψηφοφόρων αλλά στα συναισθήματά τους. Οι προσδοκίες του κέρδους και της πατρωνίας χρησιμοποιήθηκαν για ‘την άντληση των ψήφων’ και στο λαό προσέφεραν ένα μεγάλο σόου». Ο εκλεγείς Χάρισον δεν πρόλαβε να το χαρεί και πέθανε διαδεχόμενος από τον αντιπρόεδρος Τζων Τάιλερ. Οι Ουίγοι είχαν παράλληλα κερδίσει και την πλειοψηφία της Γερουσίας. Όμως, η πολυσυλλεκτικότητά τους στάθηκε η αχίλλειος πτέρνα τους κι έτσι διασπάστηκαν για να επανέλθουν το 1844 οι Δημοκρατικοί στην Προεδρία. Στις εκλογές αυτές εμφανίστηκε το Liberty Party με σκοπό του την κατάργηση της δουλείας ως μονοθεματικό κοινωνικο-κινηματικό κόμμα και πήρε 2% αφαιρώντας ψήφους από τους Ουίγους που με τη σειρά τους ξαναπήραν την Προεδρία το 1848, πάλι με στρατιωτικό ήρωα, τον Ζάκαρι Ταίηλορ. Οι Δημοκρατικοί είχαν υποψήφιο τον Γερουσιαστή Λιούις Κας που ήταν αντίθετος με την επέκταση της δουλείας στις νέες κατακτήσεις (Νέο Μεξικό κλπ.) και αυτό στοίχισε ψήφους προς τους Ουίγους ενώ η μετριοπάθεια της αντίθεσής του έστειλε τους πιο ριζοσπάστες στο κόμμα Free Soil με υποψήφιο τον Βαν Μπιούρεν. Τέλος το 1852 διεξήχθη η τελευταία εκλογική εκστρατεία με κύριους αντίπαλους τους Δημοκρατικούς και τους Ουίγους. Το Free Soil δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο καθώς τα δύο μεγάλα κόμματα άρχισαν πλέον να διασπώνται με αφορμή την κατάργηση της δουλείας και τις επερχόμενες κοινωνικές ανακατατάξεις λόγω της εντατικοποίησης της εκβιομηχάνισης. Οι οικονομικά «προοδευτικοί» και κοινωνικά «συντηρητικοί» Ουίγοι έχασαν τις εκλογές και διασπάστηκαν. Το Δημοκρατικό Κόμμα διασπάστηκε σε Βόρειους αντίπαλους της δουλείας και σε Νότιους υπερασπιστές της ανοίγοντας το δρόμο για την εμφάνιση και επικράτηση του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του ανερχόμενου βιομηχανικού καπιταλιστικού μπλοκ που υποσχόταν την κατάργηση της δουλείας (επί της ουσίας ήθελε ελεύθερο και φθηνό εργατικό για τις εργατουπόλεις του ανερχόμενου βιομηχανικού βορρά). Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ενώπιον των πυλών. Από τα συντρίμμια του κόμματος των Ουίγων και την πτώση και διάσπαση των Δημοκρατικών ωφελήθηκε το μαζικό American Party με την αντιμεταναστευτική, αντικαθολική και μυστικοπαθή δραστηριότητά του μέσω των «μυστικών εταιριών» (οι διαβόητοι “Know-Nothings” που δεν άκουγαν, δεν έβλεπαν, δεν ήξερα τίποτα για τις μυστικές ενώσεις). Το Αμερικάνικο Κόμμα σάρωσε σε πολλές πολιτείες, κυρίως στη Μασαχουσέτη, στο Μέριλαντ και στο Κεντάκι, όπου πήρε τις τοπικές κυβερνήσεις και βουλές. Κι εκεί που όλοι νόμιζαν πως θα γίνει το νέο βασικό κόμμα, στην ετήσια συνδιάσκεψη του 1956 σκάει η φούσκα όταν επήλθε τεράστια ρήξη λόγω της σύγκρουσης Βορείων και Νοτίων για την κατάργηση της δουλείας. Οι Βόρειοι ήταν ο κύριος όγκος των συνέδρων του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που απηύθυνε έκκληση συνεργασίας σε οπαδούς του Free Soil και των Ουίγων, σε Δημοκρατικούς που ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας και σε δυσαρεστημένους Know-Nothings. Στις εκλογές του 1856 τα τρία κόμματα συγκρούστηκαν άγρια και οι Ρεπουμπλικανοί έκαναν την έκπληξη και με 33% των ψήφων εγκαταστάθηκαν στη δεύτερη θέση στέλνοντας το Αμερικάνικο Κόμμα στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Όλες αυτές οι εκλογικές αναμετρήσεις είχαν πολύ υψηλή συμμετοχή που έφτανε το 80% και η οποία έγινε ακόμη πιο υψηλή το 1860 όταν εκλέχτηκε πρόεδρος ο Ρεπουμπλικανός Αβραάμ Λίνκολν. Οι Δημοκρατικοί κατέβηκαν με δύο ψηφοδέλτια, το Βόρειο και το Νότιο και, βεβαίως, έχασαν το παιχνίδι και σε λίγο έγιναν υπαίτιοι (“War Democrats”) ενός από τους χειρότερους εμφυλίους πολέμους της παγκόσμιας ιστορίας. “War Democrats” από το Βορρά στήριξαν τον Λίνκολν. Υπήρξαν, βέβαια, Δημοκρατικοί που εναντιώθηκαν στον πόλεμο. Αντιπολίτευση αντιμετώπισε και μέσα από το κόμμα του από τους «Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνους» που απαιτούσαν να αναλάβει το Κογκρέσο την ευθύνη του πολέμου, να καταργηθεί εδώ και τώρα η δουλεία και να ανασυγκροτηθεί πολιτική ο νότος μετά τη λήξη του πολέμου. Για να αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση, ο Λίνκολν διεύρυνε το κόμμα του με τους “War Democrats” και το μετονόμασε σε Union Party (Κόμμα της Ένωσης). Κι όμως, στις εκλογές του 1864 οι “War Democrats” κατέβασαν δικό τους υποψήφιο κόντρα στον Λίνκολν αλλά μάταια. Μετά τη δολοφονία του Λίνκολν, την Προεδρία ανέλαβε ο προερχόμενος από τους “War Democrats” Αντιπρόεδρος Άντριου Τζάκσον αλλά αντιμετώπισε σκληρή αντιπολίτευση από τους «Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικανούς» που πέτυχαν να υπερψηφιστεί πρόταση μομφής εναντίον του αλλά απέτυχαν να πείσουν τους γερουσιαστές. Με την επιστροφή των Νοτίων πολιτειών στην Ομοσπονδία το Δημοκρατικό Κόμμα ξανάγινε «αξιωματική αντιπολίτευση». Ο ήρωας του πολέμου στρατηγός Οδυσσέας Γκραντ ηγήθηκε των Ρεπουμπλικάνων και παρέμεινε Πρόεδρος για δύο θητείες (1868 και 1872). Έτσι, λοιπόν, το τέλος του πολέμου βρήκε τους Ρεπουμπλικανούς νικητές και τις ΗΠΑ μια διαφορετική χώρα. Τυπικά η δουλεία καταργήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1865 με την 13η Τροποποίηση του Συντάγματος ενώ η μόνη εξαίρεση που διατηρήθηκε αφορούσε την περίπτωση διάπραξης εγκλήματος, κάτι που προκαλούσε αρνητικές ερμηνείες και προβλήματα. Και για να μη νομίζουμε πως επρόκειτο για μια απλή διαδικασία, η τροποποίηση έπρεπε να εγκριθεί από τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Και ποια ήταν η Πολιτεία που τελευταία κατάργησε και τυπικά τη δουλεία μόλις το 1995; Η Πολιτεία του Μισισίπι!!!

Η ανασυγκρότηση των υποδομών έδωσε δουλειά σε πολύ κόσμο και, κυρίως, έδωσε νέα ορμή στην καπιταλιστική εκβιομηχάνιση καθώς η χώρα θα συνεχιζόταν να επεκτείνεται προς τη Δύση και χρειαζόταν νέους σιδηροδρόμους, νέα εργοστάσια και νέες αγροτικές και κτηνοτροφικές εκτάσεις που θα ετίθεντο υπό την εκμετάλλευση των μεγάλων αγροβιομηχανικών επιχειρήσεων. Μέσα σε αυτό το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο θα γιγαντώνονταν τα πολιτικά κόμματα και θα άλλαζε ο πολιτικός τους προσανατολισμός καθώς οι Ρεπουμπλικανοί θα γίνονταν το κόμμα των βιομηχανικών και χρηματιστικών κύκλων της αστικής τάξης ενώ το Δημοκρατικό θα ψηφιζόταν από τους «χαμένους» της διαδικασίας της εκβιομηχάνισης αγρότες και εργάτες. Οι Ρεπουμπλικάνοι εξελίχθηκαν σε ένα άκρως εθνοκεντρικό κόμμα επιβάλλοντας αντιμεταναστευτική πολιτική και νομοθεσία με αποτέλεσμα οι Δημοκρατικοί να ψηφίζονται και από τους μετανάστες που ζούσαν στις μεγάλες πόλεις. Η σύγκρουση των δύο κομμάτων ήταν σφοδρή. Ο συσχετισμός δυνάμεων έγερνε πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά. Οι ανάγκες της πανεθνικής πολιτικής σύγκρουσης είχε ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση μαζικών οργανώσεων (machines) από τα κόμματα, που, εκτός των άλλων, αποσκοπούσαν και στην πολιτική ενσωμάτωση των νέων πληθυσμών που προέρχονταν από τις νέες πολιτείες και κτήσεις καθώς και των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που συνέρρεαν από όλο τον κόσμο και, κυρίως, από την Ευρώπη. Όμως, όπως παρατήρησε ο Ρόμπερτ Μίκελς, «όποιος μιλά για οργάνωση μιλά για ολιγαρχία», δηλαδή σε κάθε πολιτική οργάνωση (κόμμα ή συνδικάτο) όσο και αν θεωρείται δημοκρατική δημιουργούνται ηγετικές γραφειοκρατικές ολιγαρχίες. Έτσι εξελίχθηκαν στη φάση αυτή τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα. Παράλληλα, οι μηχανισμοί ανέπτυξαν τεράστια δίκτυα πελατειακών σχέσεων (“machine politics”). «Ο μηχανισμός και οι ηγέτες ήθελαν πολιτική δύναμη κι εξουσία. Η πολιτική εξουσία οδηγούσε σε προσωπικό πλούτο. Για να αποκτηθούν δύναμη κι εξουσία οι μηχανισμοί χρειάζονταν τον έλεγχο των δημοσίων αξιωμάτων οπότε όριζαν ποιοι θα ήταν οι υποψήφιοι και τους εξασφάλιζαν πιστές και προβλέψιμες ψήφους. Σε αντάλλαγμα, η αντιπαροχή του μηχανισμού ήταν η προσφορά σε προσωπική βάση υπηρεσιών και χειροπιαστών υλικών ανταμοιβών σε εκείνους που τον υποστήριζαν.»

Επειδή, όπως τονίσαμε, οι μηχανισμοί είχαν συχνά ανάγκη από άφθονο χρήμα, διαφθορά επικρατούσε στις πόλεις όπου δημόσια αξιώματα έφερναν εκτός από τη δόξα και τον πλούτο. Έτσι οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι και οι κομματικοί στρατοί τους νόθευαν τις εκλογικές διαδικασίες («μπούκωναν» τις κάλπες με ψηφοδέλτια δικά τους, διπλοψήφιζαν και τριπλοψήφιζαν) και τρομοκρατούσαν ανοιχτά τους αντίπαλούς τους. Προεκλογικά βοηθούσαν τους μετανάστες, έδιναν δουλειές και άλλες παροχές στους φτωχούς για να τους πάρουν τις ψήφους κι αυτοί λόγω έλλειψης κράτους πρόνοιας υπέκυπταν στους εκβιασμούς. Αυτά τα συμπτώματα «άρρωστης δημοκρατίας» δεν έχουν εξαλειφθεί, παρ’ όλο που πολλοί θεωρούν ότι κράτησαν ως τη δεκαετία 1950-1960. Η κατάσταση στην πόλη του Σικάγο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική και είναι πρώτη στην πολιτική διαφθορά. Οι εργάτες και οι αγρότες ένοιωθαν αποκλεισμένοι από τις πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις και είχαν την αίσθηση ότι οι κοινότητές τους δεν όριζαν οι ίδιες τις τύχες τους αλλά η παγκόσμια αγορά, οι κερδοσκόποι του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι άπληστοι βιομηχανικοί καπιταλιστές (robber barons). Όταν εκδηλώθηκε η πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση το κομματικό σύστημα άρχιζε να τρίζει επικίνδυνα. Μεταξύ 1870 και 1896 οι αγρότες των Μ μεσοδυτικών, δυτικών και νότιων πολιτειών δημιούργησαν οργανώσεις εκπροσώπησης των συλλογικών συμφερόντων τους. Το Greenback Party που υποστήριζε το αίτημα έκδοσης χάρτινου χρήματος και το αγροτικό κίνημα Granger που αγωνιζόταν εναντίον των μονοπωλίων των σιδηροδρόμων και προωθούσε την ιδέα των αγροτικών μεταφορικών συνεταιρισμών και ταχυδρομείων κατέβασαν κοινούς υποψηφίους στις εκλογές (1876, 1880, 1884). Όμως, τη μεγάλη απειλή για τα δύο μεγάλα κόμματα την αντιμετώπισαν όταν το 1892 το Κόμμα του Λαού (People’s Party ή Populists) με υποψήφιο πρόεδρο τον Τζέιμς Γουήβερ πήρε 8% και εξέλεξε 22 εκλογείς στο Εκλεκτορικό Κολέγιο, 6 κυβερνήτες και αρκετούς δημάρχους μικρών πόλεων. Οι Δημοκρατικοί εξέλεξαν Πρόεδρο τον Γκρόουβερ Κλήβελαντ και κατέκτησαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο. Όμως, ο Κλήβελαντ ήταν ανοιχτά άνθρωπος των βιομηχάνων και των τραπεζιτών. Έτσι, υπεράσπισε με νύχια και με δόντια το «χρυσό κανόνα» αρνούμενος σθεναρά να υιοθετήσει την πρόταση των αγροτών, των εργατών και των μικρεμπόρων και μικροβιοτεχνών. Έτσι, χειροτέρεψε η οικονομική κατάσταση, κατέρρευσαν τράπεζες, χρεοκόπησαν επιχειρήσεις, μειώθηκε η βιομηχανική παραγωγή, εκατοντάδες χιλιάδες έμειναν άνεργοι. Επί 30 χρόνια οι Δημοκρατικοί θα αντιμετωπίζονταν από τα λαϊκά στρώματα ως το κόμμα που πρόδωσε τις ελπίδες τους και έφερε φτώχεια και μιζέρια. Το 1894 οι Ρεπουμπλικάνοι επανάκτησαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο και η αυτοπεποίθηση των Δημοκρατικών έπεσε στο ναδίρ. Στη συνδιάσκεψη του 1896 ένας πρώην βουλευτής από τη Νεμπράσκα έκανε την εμφάνισή του και με το λόγο του ξεσήκωσε το παθιασμένο χειροκρότημα της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών συνέδρων. Ο Γουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν επιτέθηκε στους υποστηρικτές του «χρυσού κανόνα» λέγοντας: «Δεν θα σταυρώσετε την ανθρωπότητα πάνω σε ένα χρυσό σταυρό.» Οι σύνεδροι κατενθουσιασμένοι υπερψήφισαν την υποψηφιότητά του. Το Δημοκρατικό Κόμμα τάχθηκε με τα εκατομμύρια των εργατών και αγροτών και γενικότερα με τη «φτωχολογιά». Το «Κόμμα του Λαού» στη δική του συνδιάσκεψη που έλαβε χώρα μερικές μέρες αργότερα τάχθηκε και αυτό υπέρ του Μπράιαν. Όμως, η ρητορική του Μπράιαν ξέφυγε από το πλαίσιο «τάξη εναντίον τάξη» και έγινε «ύπαιθρος εναντίον πόλεων», με αποτέλεσμα οι Ρεπουμπλικανοί με τον Γουίλιαμ ΜακΚίνεϋ, που τον χρηματοδοτούσαν φανερά και ξεδιάντροπα οι κεφαλαιοκράτες,να καταφέρουν να κερδίσουν τον κόσμο των εργαζομένων των πόλεων με το επιχείρημα ότι μόνο με την ανάπτυξη των μεγάλων επιχειρήσεων των πόλεων θα μπορέσουν να κρατήσουν τις δουλειές τους, και τους υποσχέθηκαν να επιβάλλουν υψηλούς βιομηχανικούς δασμούς στις εισαγωγές. Έτσι έχασαν οι Δημοκρατικοί και οι «Λαϊκιστές» έσβησαν ως κόμμα.

Σύντομα, όμως, τα πράγματα θα άλλαζαν με την είσοδο στην «Προοδευτική Εποχή». Το Προοδευτικό Κίνημα ζητούσε σημαντικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις: μαζική εγγραφή των πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους, μεταρρύθμιση των εκλογικών διαδικασιών, καθιέρωση δημοψηφισμάτων και δικαιώματος των πολιτών να παίρνουν πρωτοβουλίες για συλλογή υπογραφών για δημοψηφίσματα, προκριματικές εκλογές των κομμάτων για την ανάδειξη των υποψηφίων στα αξιώματα, δυνατότητα ανάκλησης των εκλεγμένων αξιωματούχων και διενέργειας επαναληπτικών εκλογών, κατάργηση κομματικών ψηφοδελτίων, επιβολή ισχυρών κανονισμών στις δημόσιες υπηρεσίες, επέκταση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι και, πρωτίστως, στις γυναίκες. Μετά τη δολοφονία του ΜακΚίνευ την Προεδρία ανέλαβε ο τότε αντιπρόεδρος Θεόδωρος Ρούζβελτ, ο οποίος υιοθέτησε τις θέσεις του Προοδευτικού κινήματος και σάρωσε στις εκλογές του 1904. Όμως, ο διάδοχός του, ο Γουίλιαμ Χάουαρντ Ταφτ πρόδωσε το Προοδευτικό κίνημα κι έτσι στις εκλογές του 1912 ο Ρούσβελτ κατέβηκε ως υποψήφιος του Προοδευτικού Κόμματος κι έστειλε τους Ρεπουμπλικάνους στην τρίτη θέση με μεγάλη διαφορά (88 εκλέκτορες έναντι 8). Στα θετικά σημεία της πλατφόρμας του ήταν η καθιέρωση της γυναικείας ψήφου, η ανάκληση των δικαστικών αποφάσεων, η ευκολότερη αναθεώρηση του συντάγματος, η καθιέρωση νομοθεσίας για την κοινωνική πρόνοια προς γυναίκες και παιδιά, αύξηση εργατικών μισθών, περιορισμός των αντιαπεργιακών διατάξεων, αναθεώρηση του τραπεζικού συστήματος για καθιέρωση ελαστικότερου νομίσματος, υποχρεωτική ιατροφαρμακευτική ασφάλιση των εργαζομένων, νέοι φόροι κληρονομιάς και εισοδημάτων, βελτίωση των υδάτινων δρόμων της ενδοχώρας, κ.α. Στα αρνητικά του ήταν ο νέο-εθνικισμός που, πέρα από τις οικονομικές λογικές της επιβολής δασμών και της πρόταξης της κοινωνικής πρόνοιας έναντι των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που προωθούσε με τη Νέα Ελευθερία ο Τόμας Γούντοου Γουίλσον των Δημοκρατικών, ήταν κάλεσμα για την ενίσχυση του στρατιωτικού κατεστημένου. Όμως, οι Ρεπουμπλικάνοι κατάφεραν να ξαναπάρουν πίσω ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού και των ψηφοφόρων των Προοδευτικών ενώ άλλοι ακολούθησαν τον Γουίλσον στο Δημοκρατικό Κόμμα, που έπαιρνε ολοένα και πιο προοδευτικές θέσεις. Το 1924 ο υποψήφιος των Προοδευτικών Ρόμπερτ Λαφολέτ πήρε για τελευταία φορά υψηλό ποσοστό (16,2%). Έτσι, οι Προοδευτικοί είτε ως ανεξάρτητο κόμμα είτε ως πτέρυγες των δύο μεγάλων κομμάτων έβαλαν τη σφραγίδα τους στην εποχή που θα έκλεινε με την άνοδο και την κυριαρχία του Δημοκρατικού Φρανκλίνου Ρούζβελτ που επέβαλε το Νιου Ντήλ και την πιο φιλεργατική νομοθεσία που είχαν ποτέ οι ΗΠΑ. Στο μεταξύ με την οικοδόμηση ενός τύπου «κράτους πρόνοιας», που επιτεύχθηκε με την κυβέρνηση Ρούσβελτ και την κινητοποίηση των εργατικών συνδικάτων για δικαιώματα που κατακτήθηκαν με σκληρές απεργίες, καταλήψεις εργοστασίων και χώρων δουλειάς και συγκρούσεις με τις ιδιωτικές αστυνομίες των εργοδοτών, μια ισχυρή κοινωνική συμμαχία στο πλαίσιο του Δημοκρατικού Κόμματος που άλλαξε εντελώς το κόμμα. Αυτή η συμμαχία ευνοήθηκε στην άνοδό της με τους Ρουσβελτιανούς Δημοκρατικούς και με την μετακίνηση ψηφοφόρων που απογοητεύτηκαν από το χειρισμό από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων της τρομακτικότερης οικονομικής κρίσης. Ο Πρόεδρος Χέρμπερτ Χούβερ και τα νεοκλασικά οικονομικά του (η οικονομική ορθοδοξία της εποχής) έσπρωξαν την κρίση στα άκρα, προκαλώντας Κραχ και στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και την απίστευτη μιζέρια του δόγματος «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Εξίσου ευνοήθηκε και από το γεγονός ότι γενιές ολόκληρες μεταναστών είχαν αποκτήσει εκλογικά δικαιώματα και τα παιδιά τους ενηλικιώνονταν τότε δημιουργώντας ένα νέο μεγάλο στρώμα Δημοκρατικών ψηφοφόρων, που, εκτός των άλλων, ήθελαν να ψηφίσουν εναντίον της ρατσιστικής και αντίληψης και αντιμεταναστευτικής πολιτικής των Ρεπουπλικανών. Η κοινωνική συμμαχία ράγισε το 1948 για να διαλυθεί το 1952 οπότε ο «ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου» Άικ Άιζενχάουερ ανέλαβε τα ηνία της Προεδρίας των ΗΠΑ με τους Ρεπουμπλικάνους εν μέσω ψυχρού πολέμου. Το 1948 ο Χάρρυ Τρούμαν που είχε διαδεχθεί το Ρούσβελτ μετά το θάνατό του το 1945 επανεκλέχτηκε διαψεύδοντας όλες τις τότε δημοσκοπήσεις, που ήθελαν τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Τόμας Ντιούι να βγαίνει με ευκολία. Οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις δεν έλαβαν υπόψη τους τη λαϊκή βάση (οι περισσότεροι δεν είχαν δικό τους τηλέφωνο τότε) των Δημοκρατικών που συνέτριψε τόσο την ανταρσία των Νότιων Δημοκρατικών που κατέβασαν ρατσιστή υποψήφιο σε ένδειξη διαμαρτυρίας γιατί ο Τρούμαν υποστήριζε την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στους Αφροαμερικανούς και προωθούσε γενικότερα την κοινωνική και πολιτική ενσωμάτωσή τους όσο και την Ρεπουμπλικάνικη υπεροψία. Ο Τρούμαν είχε αμφισβητηθεί και από την Προοδευτική πτέρυγα που κινήθηκε να κατεβάσει τον πρώην αντιπρόεδρο Χένρυ Γουάλλας, κυρίως εναντιωνόμενη στην ψυχροπολεμική εξωτερική πολιτική και την πολεμική επέμβαση στην Κορέα. Ο Άιζενχάουερ εξελέγη το 1952 στις πρώτες εκλογές που μεταδόθηκαν από την τηλεόραση. Από το σημείο αυτό αλλάζει πάλι η θέση, ο ρόλος και η οργάνωση των βασικών κομμάτων. Τα κόμματα προσαρμόζονται στις ανάγκες της τηλεοπτικής εποχής κατά την οποία οι φακοί της δημοσιότητας στρέφονται στις προσωπικότητες των υποψηφίων. Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα παίζουν το ρόλο του παροχές υπηρεσιών υποστήριξης και διαφήμισης των υποψηφίων. Δεν ήταν, όμως, μόνο η διάδοση της τηλεόρασης ο μοναδικός παράγοντας αυτής της εξέλιξης. Το «κράτος πρόνοιας» άφηνε ολοένα και λιγότερα περιθώρια στους κομματικούς μπόσηδες και τους μηχανισμούς να αναπτύσσουν «πελατειακές σχέσεις». Οι δημόσιοι υπάλληλοι προστατεύονταν πια με νόμους και κανονισμούς από την εκδίωξή τους και την αντικατάστασή τους από τους εκάστοτε κυβερνητικούς οπαδούς. Η δεκαετία του 1950, εξάλλου, ήταν η περίοδος ανάπτυξη των προαστίων των μεγαλουπόλεων που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή από τα κέντρα των πόλεων των αστών αλλά και σχετικά ευημερούντων εργατικών στρωμάτων. Η παρακμή των κομματικών οργανώσεων των πόλεων εντάθηκε και από το γεγονός ότι τα φτωχότερα μεταναστευτικά και αφροαμερικανικά στρώματα της εργατικής τάξης στηρίζονταν περισσότερο στις δικές τους οργανώσεις παρά στις κομματικές για την επιβίωσή τους. Η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και η μετάβαση σε μια «μεταβιομηχανική οικονομία» των υπηρεσιών σήμαινε ότι καθημερινά το κεφάλαιο δημιουργούσε νέες αγορές, μεταξύ άλλων τη διαφήμιση, τις δημόσιες σχέσεις, την εκπαίδευση-επιμόρφωση και άλλες υπηρεσίες μάρκετινγκ και συμβουλών που ήταν απαραίτητες για τα πολιτικά κόμματα προκειμένου να υποστηρίζουν τους υποψήφιούς τους. Το αποτέλεσμα ήταν να μειώνεται συνεχώς ο ρόλος του κομματικού μέλους. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το πρόπλασμα του «κόμματος-καρτέλ» να έχει ήδη κατασκευαστεί στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, προτού εξαπλωθεί στην Ευρώπη τρεις δεκαετίες αργότερα.

Για να κλείνουμε αυτή την ιστορική ενότητα θα χρειαστεί να αναφερθούμε συνοπτικά στα γεγονότα της περιόδου 1960-2000. Το 1960 ο Τζων Φ. Κέννεντυ νίκησε με πολύ μικρή διαφορά τον Ρίτσαρντ Νίξον με ένα ασαφές πρόγραμμα «Αλλαγής» που, όμως, εξέφραζε τον πόθο δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών εργαζομένων και νεολαίας, λευκών, αφρομερικανών και μεταναστών να μπει ένα τέρμα στην άκρως συντηρητική διακυβέρνηση των Ρεπουμπλικανών και να ενσωματωθούν όλοι στη κοινωνική και πολιτική ζωή των ΗΠΑ. Στις εκλογές αυτές έγινε το πρώτο τηλεοπτικό debate μεταξύ των υποψηφίων. Η τηλεόραση παίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο. Η δολοφονία του Κέννεντυ άνοιξε το δρόμο στον πολύ αμφιλεγόμενο Λύντον Τζόνσον, ο οποίος ήταν «γεράκι» όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και θετικός απέναντι στα κοινωνικά αιτήματα στο εσωτερικό. Απέναντί του είχε ένα διχασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που κατέβασε τον πρώτο νεοσυντηρητικό-νεοφιλελεύθερο, τον νοτιοδυτικό Μπάρι Γκολνγουώτερ που νίκησε τον βορειοανατολικό Νέλσον Ροκφέλλλερ. Η προβολή της «Μεγάλης Κοινωνίας» από τον Τζόνσον και η αδυναμία των Ρεπουμπλικανών είχε ως αποτέλεσμα μια από τις μεγαλύτερες νίκες των Δημοκρατικών με 61% (οι Ρεπουμπλικανοί προηγήθηκαν μόνο σε 6 πολιτείες). Ο Τζόνσον επέβαλε την Ομοσπονδιακή Στήριξη της Δημόσιας Εκπαίδευσης, την Πράξη για τα Εκλογικά Δικαιώματα και το πρόγραμμα Medicare για την παροχή ασφάλισης υγείας σε όλους τους ανθρώπους άνω των 65 ετών και σε όσους χρειαζόταν ειδική βοήθεια. Όμως, στην εξωτερική πολιτική αποδείχθηκε «άξιος εκπρόσωπος» του ιμπεριαλισμού και συνεχώς αύξαινε τα αμερικανικά στρατεύματα στο Βιετνάμ ξεσηκώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες σε ένα από τα μαζικότερα αντιπολεμικά κινήματα της παγκόσμιας ιστορίας. Το 1968 στο συνέδριο των Δημοκρατικών με την απόφασή της ηγεσίας να ορίσει άλλον υποψήφιο, τον Χιούβερτ Χάμφρευ και όχι τον αντιπολεμικό ακτιβιστή Γιουτζήν Μακάρθι που είχε κερδίσει την πλειοψηφία των συνέδρων από τις προκριματικές, έβαλε μόνο του την πέτρα και βούτηξε στα βαθιά νερά των Χιλίων Λιμνών. Δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές χτυπήθηκαν από τα ΜΑΤ και την εθνοφρουρά κι έγιναν εκατοντάδες συλλήψεις. Ο γερουσιαστής Αβραάμ Ρίμπικωφ σε δηλώσεις του στην τηλεόραση έκανε λόγο για αστυνομικές «πρακτικές Γκεστάπο.» Έτσι, το Δημοκρατικό Κόμμα μπήκε σε περιπέτειες και οι Ρεπουμπλικάνοι θα κυριαρχούσαν τα επόμενα 40 χρόνια με τις θλιβερές εξαιρέσεις των Κάρτερ και Κλίντον. Μια αξιοσημείωτη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων έγινε το 1972 όταν το Δημοκρατικό Κόμμα μετά από πρόταση του προοδευτικού Τζωρτζ ΜακΓκόβερν διευρύνθηκε ο ρόλος των πολιτειών στις προκριματικές εκλογές και ανοίχτηκαν σε ολοένα και μεγαλύτερους κύκλους συμμετεχόντων στη διαδικασία. Ακολούθησε θέλοντας και μη το Ρεπουμπλικανικό. Το αποτέλεσμα της διεύρυνσης αυτής το είδαμε στις φετινές προκριματικές εκλογές, ειδικά στο Δημοκρατικό Κόμμα που πήρε τη μορφή δημοψηφίσματος ανάμεσα στον Μπάρακ Ομπάμα και τη Χίλλαρι Κλίντον και στις οποίες συμμετείχε ο υψηλότερος αριθμός πολιτών από ποτέ, με στόχο την νίκη του Ομπάμα και την θεωρούμενη ως εύκολη επικράτησή του επί των Ρεπουμπλικανών. Μιας νεότερη γενιά πολιτών, που βλέπει τον κόσμο και την κοινωνία των ΗΠΑ να χειροτερεύει εξαιτίας των Ρεπουμπλικάνων και του Μπους και που βλέπει μπροστά της ανεργία, φτώχεια και πολέμους, αποφάσισε να πει το δικό της Ya Basta και μέσω των Προεδρικών Εκλογών ψηφίζοντας τον Ομπάμα. Όμως, η ιστορία μίλησε διαφορετικά. Η ολοένα και εντεινόμενη οικονομική κρίση, η ατολμία του Ομπάμα να έρθει σε πλήρη ρήξη με τα πανίσχυρα επιχειρηματικά, στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα της αστικής τάξης (βλ. νόμος για την υγεία, συνέχιση της πολεμικής εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν και της «τρομοκρατία», ο συνεχής εκβιασμός της δεξιάς πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος, κ.ά) είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί αρκετά μεγάλη ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2010

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2010

Η μάχη των Δημοκρατικών ήταν εξαρχής υπονομευμένη λόγω των περικοπών δαπανών κοινωνικής πρόνοιας σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο και της ανεργίας που έπληξε πρώτα απ’ όλα τις γυναίκες, οι οποίες παραδοσιακά ήταν πιο κοντά στο κόμμα αυτό παρά στο Ρεπουμπλικανικό. Τα exit poll έδειξαν ότι η τάση των γυναικών να το ψηφίζουν παραμένει αλλά με πολύ χαμηλότερη ένταση και αυτό ισχύει τόσο επειδή πολλές γυναίκες ψήφισαν Ρεπουμπλικάνες γυναίκες (και δη του Tea Party) όσο κι επειδή η ίδια τάση υπήρχε και στις γυναίκες που απείχαν. Το ανησυχητικό τόσο για το «κατεστημένο» του Ρεπουμπλικάνικου Κόμματος όσο και για το Δημοκρατικό, είναι ότι η εξέγερση των γυναικών εναντίον του γίνεται από τα δεξιά τους. Όσο και αν μας αρέσει, αυτή την γυναικεία εξέγερση την εκφράζει με το δικό της κακόγουστο τρόπο η Σάρα Πέιλιν που έχει ξεκινήσει ορμητικά για το χρίσμα του κόμματος στις προεδρικές εκλογές του 2012. Μαζί της είναι γυναίκες υποψήφιες βουλευτίνες, που έχασαν αλλά είχαν μπει δυναμικά στο πολιτικό-εκλογικό παιχνίδι.

Η πόλωση που κέρδισε έδαφος σ’ αυτές τις εκλογές είχε ως συνέπεια την μείωση σχεδόν στο μισό των εδρών των Γαλάζιων Σκυλιών των Δημοκρατικών. Πρόκειται για τους συντηρητικούς στα οικονομικά Δημοκρατικούς που είχαν απειλήσει αρκετές φορές την πλειοψηφία τα προηγούμενα χρόνια και ανάγκασαν τον Ομπάμα να βάλει πολύ νερό στο κρασί του όσον αφορά την υπόθεση του νόμου για την δημόσια υγεία και ιατροφαρμακευτική ασφάλιση. Έτσι, αναμένεται η πόλωση να αυξηθεί μια και τα Γαλάζια Σκυλιά είναι αποδυναμωμένα ενώ το υπερσυντηρητικό έως ρατσιστικό κοινωνικό κίνημα που ακούει στο όνομα Tea Party πήρε συνολικά 39 έδρες και από αυτές οι 32 ανήκαν πριν στους Δημοκρατικούς.

Τι είναι το Tea Party, ακριβώς; Οι βουλευτές του προέρχονται από ένα κοινωνικό κίνημα που όσο αντιδραστικό κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί κάτι διαφορετικό στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ και μάλιστα πρωτοφανές σε έκταση φαινόμενο. Δύο ημέρες μετά από την γιορτή των Αγίων Πάντων, ήτοι το Halloween, τα φαντάσματα του παρελθόντος γύρισαν με φανταχτερά κουστούμια της εποχής του πολέμου για την ανεξαρτησία. O λόγος για την διείσδυση του πιο σκοταδιστικού και, συνάμα, πιο ακραίου νεοφιλελεύθερου κοινωνικού κινήματος στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Το «Κόμμα του Τσαγιού» εκμεταλλεύτηκε και αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο την αγωνία των πιο καθυστερημένων λαϊκών-εργατικών στρωμάτων μπροστά στην ολοένα και εντεινόμενη κρίση, κάτι που για άλλη μια φορά δεν μπόρεσε να κερδίσει η συμβατική αριστερά των ΗΠΑ, μέσα κι έξω από το Δημοκρατικό Κόμμα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ακόμα και στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος εκφράστηκε η ταξική πάλη με στρεβλό, έστω, τρόπο. Παραδείγματος χάριν, στην Αλάσκα που είναι παραδοσιακό φέουδο των Ρεπουμπλικάνων, ακόμα δεν έχει ανακηρυχτεί νικητής καθώς υπολείπονται οι επιστολικές ψήφοι. Η σύγκρουση γίνεται μεταξύ της Lisa Murkowski (νυν μέλος της Γερουσίας) και του εκλεκτού της Palin κ. Joe Miller που έχει το επίσημο χρίσμα του κόμματος. H Murkowski προηγείται με 39% και ακολουθούν ο Miller με 35% και ο Scott McAdams του Δημοκρατικού Κόμματος με 24%. Εδώ η Murkowski ψηφίστηκε λόγω της αντίθεσής της στο πρόγραμμα περικοπής δημοσίων επενδύσεων και δαπανών και την απαγόρευση των αμβλώσεων που ήθελε να επιβάλει η Palin και ο προστατευόμενός της. Η Αλάσκα είναι μια Πολιτεία που εξαρτάται από τις δημόσιες δαπάνες και, επομένως, η άνοδος της ήδη υψηλής ανεργίας είναι το πρωταρχικό αποτέλεσμα της περικοπής τους. Στην αγροτική εκλογική περιφέρεια Colorado 3 ο Ρεπουμπλικάνος εμποροβιομήχανος κεραμικών Scott Tipton, που υπόσχεται να κτίσει φυλακές και να προσλάβει πλήρους απασχόλησης δικαστές, υποστηριζόμενος από το Κόμμα του Τσαγιού, ανέτρεψε την κυριαρχία του Δημοκρατικού βουλευτή John Salazar αδελφού του Υπουργού Εσωτερικών των ΗΠΑ Ken Salazar σε μια μάχη γοήτρου για την Προεδρία Ομπάμα.

Οι Δημοκρατικοί έχασαν πολύ. Όμως, δεν έφτασαν στο σημείο να έχουν ολόκληρο το Κογκρέσο (Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία). Αυτό είχε πάθει ο Μπιλ Κλίντον το 1994 όταν πάλι με σκληρή νεοφιλελεύθερη ηγεσία αντεπιτέθηκαν και κατέλαβαν την πλειοψηφία και των δύο νομοθετικών σωμάτων. Και τότε ο Κλίντον είχε το μεγάλο πρόβλημα της ασφάλισης και έθαψε οριστικά το τομαχώκ του πολέμου, δηλαδή το σχέδιο της Χίλαρυ Κλίντον για τη σχετική νομοθετική μεταρρύθμιση. Σήμερα ο Ομπάμα πλήρωσε τόσο το θόλωμα της εξαγγελθείσας πολιτικής με το νόμο που πέρασε όσο και την αναποφασιστικότητά του να πολεμήσει την οικονομική κρίση που πλήττει δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς πολίτες και μετανάστες, με την ανεργία να φτάνει στα ύψη και να κυριαρχούν ολότελα πια οι ελαστικές σχέσεις εργασίας. Η ανεργία κατά τη χρονική περίοδο 1948-2010 ήταν κατά μέσο όρο γύρω στο 5%, ενώ τον φετινό Σεπτέμβριο έφτανε στο 9,6% (βάσει των επίσημων στατιστικών δεικτών). Η ανεργία, όμως, μειώθηκε στις μητροπόλεις και αυξήθηκε στις αγροτικές περιοχές, εξηγώντας έτσι την οργή των φτωχών στρωμάτων των επαρχιακών πόλεων που εκδηλώθηκε στο κίνημα του Κόμματος του Τσαγιού και με την επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων. Βέβαια, κάποιοι ισχυρίζονται πως το «Κόμμα του Τσαγιού» ήταν κατασκεύασμα των ΜΜΕ και ιδιαίτερα του talk radio και του δικτύου FOX του Μέρντοχ.

Η πολιτική και κινηματική Αριστερά προσπάθησε να παίξει σε δυο ταμπλό. Από τη μια στο επίπεδο της εκλογικής στήριξης των λίγων υποψήφιων που ήταν συνεπείς σε μια «σοσιαλδημοκρατική» άποψη για την ενίσχυση των προνοιακών δομών και στοιχείων και από την άλλη στο επίπεδο της αυτόνομης καθόδου μιας και στο πολιτειακό και στο τοπικό επίπεδο όπου τα πράγματα είναι πιο εύκολα σε σχέση με το ομοσπονδιακό. Στη Νέα Υόρκη, π.χ. η υποψήφια των Πράσινων για τη Γερουσία ήρθε τρίτη με πάνω από 1% εν μέσω τρομερής πόλωσης, όπως και στο υπερδημοκρατικό Μέριλαντ (δεύτερη «πατρίδα» του γράφοντος) όπου ο υποψήφιος συγκέντρωσε 1,1% των ψήφων (μέσα στη Βαλτιμόρη η Δημοκρατική υποψήφια πήρε 86,7%, ο Ρεπουμπλικάνος 11,5% και η Πράσινη 1,3%). Ο Τομ Κλέμενς που είναι από τα πιο προβεβλημένα ηγετικά στελέχη των Πράσινων πήρε στη Νότια Καλιφόρνια 9,4% στη δε Επαρχία Ριτσλαντ 19,1%.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχουν ακόμα έδρες που εκκρεμούν, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις θα υπάρξει νέα καταμέτρηση μετά από πάμπολλες καταγγελίες για νοθεία και παρατυπίες. Θα τα ξαναπούμε σύντομα όταν υπάρχουν νεότερα δεδομένα για τις έδρες και έρευνες της ταξικής, γεωγραφικής και της μειονοτικής διάστασης της ψήφου. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι έγιναν τοπικά δημοψηφίσματα και εκλογές για δικαστές και σχολικά συμβούλια που παίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή. Θα τα δούμε κι αυτά σε επόμενα άρθρα.

ΑΘΗΝΑ, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010

25/08/2011

“Έφυγε” o Peter Mair

Ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο πέθανε ο Πήτερ Μέιρ, ένας από τους σημαντικότερους συγκριτικούς πολιτικούς κοινωνιολόγους των τελευταίων δεκαετιών. Γεννήθηκε στην πόλη Σλίγκο της Ιρλανδίας το 1951. Κατά τον Καθηγητή Νταίηβιντ Φαρέλ του University College του Δουβλίνου που ήταν μέντοράς του, ο Μέιρ «ήταν μια πολύ σημαντική προσωπικότητα στο διεθνή ακαδημαϊκό κόσμο (…) ήταν ένας από τους πραγματικά μεγάλους της Ευρωπαϊκής πολιτικής επιστήμης. » Στο πανεπιστήμιο αυτό σπούδασε Ιστορία και Πολιτική Επιστήμη και ανάμεσα στις δύο διάλεξε με πάθος τη δεύτερη.
Το 1987 έλαβε το διδακτορικό τίτλο του από το ολλανδικό Πανεπιστήμιο Λέιντεν για τη διατριβή του The Changing Irish Party System, που σήμερα θεωρείται έργο αναφοράς για το επιστημονικό αντικείμενο. Σε αυτό το πανεπιστήμιο κατείχε την έδρα της συγκριτικής πολιτικής επιστήμης και εσχάτως ήταν επίτιμος καθηγητής συγκριτικής ευρωπαϊκής πολιτικής επιστήμης.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 διετέλεσε επίκουρος καθηγητής στα πανεπιστήμια Limerick (Ιρλανδία), Strathclyde (Γλασκόβη), Manchester και, από το 2005, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο (Φλωρεντία) για μεταπτυχιακούς φοιτητές από όλη την Ευρώπη, όπου δίδασκε συγκριτική πολιτική στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών. Εκεί, εκτός των άλλων, ως ερευνητής μελέτησε θέματα αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας, πολιτικής απάθειας και λαϊκιστικών κομμάτων. Η ειδίκευσή του αφορούσε τη μελέτη των κομματικών συστημάτων, της εκπροσώπησης και των αλλαγών στο χαρακτήρα και τη λειτουργία της δημοκρατίας των αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

Βασική βιβλιογραφία του Πήτερ Μέιρ:

 (2005) Gallagher M., Laver M., and Mair P., Representative Government in Modern Europe: Institutions, Parties, and Governments, McGraw-Hill, New York, 4th edition.
 (2004) Mair P., Political Parties and Electoral Change: Party Responses to Electoral Markets, Müller WC, Plasser F (επιμ.), Sage, London.
 (2002) Mair P. and Zielonka J (επιμ.). The Enlarged European Union: Diversity and Adaptation, Frank Cass, London.
 (1997) Mair P., Party System Change: approaches and interpretations, Oxford University Press, Oxford.
 (1995) Mair P., and R. Catz., “Changing Models of Party Organization and Party Democracy: the emergence of the cartel party”, Party Politics, Vol. 1, No. 1, σελ. 5-31 (1995).
 (1990) Bartolini S., and Mair P., Identity, Competition, and Electoral Availability: the stabilisation of European electorates 1885-1985, Cambridge University Press, Cambridge

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Το Κόμμα καρτέλ, κατά τους Πήτερ Μέιρ και Ρίτσαρντ Κατζ

Η σταδιακή ανάδυση ενός νέου τύπου κόμματος-καρτέλ που διαδέχθηκε το πανσυλλεκτικό κόμμα εξελίσσεται μέσα στις συνθήκες:
• της κοινωνίας της αφθονίας
• της έντασης των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας που οφείλεται στην ολοένα και μεγιστοποιούμενη εισβολή των μαζών στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς
• της ανάπτυξης των παντός είδους ηλεκτρονικών μέσων μαζικής -και αμφίδρομης- επικοινωνίας (τηλεόραση, διαδίκτυο κλπ) που κατά βάση διαδίδουν έναν ομοιόμορφο πολιτιστικό κώδικα στο πλαίσιο μιας «παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας».

Το κόμμα καρτέλ εντείνει στο έπακρο τα χαρακτηριστικά του πανσυλλεκτικού κόμματος ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τις βασικές αξίες συγκρότησής του.

 Δεν είναι πλέον το κόμμα που ελέγχει το κράτος αλλά το κράτος που ελέγχει το κόμμα.
 Τα κυρίαρχα κόμματα της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς έχουν εδώ και 3 δεκαετίες δοκιμαστεί ως «κυβερνητικά κόμματα».
 Τονίζεται ότι ακόμη και αν ένα κόμμα (π.χ. Εργατικό Κόμμα Βρετανίας, Νέα Δημοκρατία κ.ά.) μείνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός κυβέρνησης δεν σημαίνει ότι του αρνείται η κυβέρνηση την πρόσβαση στα οφέλη του κράτους ούτε καν σε κάποιο μερίδιο πελατειακών διορισμών.
 Όταν αυτή η πρόσβαση (άμεση ή έμμεση) δεν υφίσταται, η ύπαρξη ομάδων πίεσης σε συνδυασμό με τη δράση της αντιπολίτευσης επιφέρει επιμέρους αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική (π.χ. Ασφαλιστικό 2001, συνθήκες διεξαγωγής προεκλογικού διαλόγου).
 Τα ΜΜΕ φιλοξενούν απόψεις της αντιπολίτευσης –ειδικά μετά την καθιέρωση της ιδιωτικής τηλεόρασης οπότε ο συσχετισμός γέρνει ενίοτε σε βάρος της κυβέρνησης- με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ο κομματικός τύπος στη διαμόρφωση «κοινής γνώμης»
 Κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων ως συνέπεια της συνταγματικής κατοχύρωσης του ρόλου τους στην πολιτική ζωή των σύγχρονων κοινωνιών, που συνεπάγεται υποβάθμιση του ρόλου του κομματικού μηχανισμού ως συλλογέα οικονομικών πόρων και ενίσχυσης της κομματικής δραστηριότητας.
 Έτσι το κόμμα-καρτέλ χαρακτηρίζεται από την αλληλοδιείσδυση κράτους και κόμματος και από διακομματική συμπαιγνία που προβλέπει την κατανομή των «κρατικών λαφύρων» με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. εκλογική δύναμη των κομμάτων).
 Η επικράτηση του κόμματος καρτέλ δεν σημαίνει αυτόματη εξαφάνιση των προγενέστερων τύπων κόμματος. Η έννοια του κομματικού τύπου είναι ένας Βεμπεριανός «ιδεότυπος» (προσδιορίζει τα οριακά χαρακτηριστικά που κυριαρχούν σε μια ολότητα. Τη διαφορά την κάνουν οι πολιτικοί στόχοι και η βάση του ανταγωνισμού των κομμάτων.
 Η κοινωνική μεταρρύθμιση (ή η αντίθεση σ’ αυτήν) ήταν το διακύβευμα της εποχής των κομμάτων μαζών που ανταγωνίζονταν στη βάση της αντιπροσωπευτικής ικανότητας
 Σ την εποχή των πανσυλλεκτικών κομμάτων ήταν η κοινωνική βελτίωση και όχι η κοινωνική μεταρρύθμιση ενώ τα κόμματα ανταγωνίζονταν στη βάση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής τακτικής.
 Τέλος, στην εποχή του κόμματος καρτέλ, οι στόχοι της πολιτικής αναφέρονται στο «εγώ», η δε πολιτική έχει γίνει ένα τεχνοκρατικού χαρακτήρα επάγγελμα και ο ανταγωνισμός των κομμάτων αναπτύσσεται στη βάση της αξίωσης για αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διαχείριση.

• «Διακομματική συμπαιγνία»: η επιβίωση του πολιτικού προσωπικού στα πλαίσια της κρατικής εξουσίας και η διαχειριστική λογική για την πολιτική παρέμβαση δημιουργούν διλήμματα στα κυρίαρχα κόμματα σχετικά με τον εκλογικό νόμο και το θεσμικό κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου διεξάγονται οι εκλογικοί αγώνες.

Επιπτώσεις στην κομματική οργάνωση και στρατηγική:
• Μετατροπή του κόμματος σε «εταιρεία εντάσεως κεφαλαίου» αντί «εντάσεως εργασίας» (παραγκωνισμός μελών από τη συγκεντρωτική-επαγγελματική δραστηριότητα των κομματικών managers που μισθοδοτούνται μέσω κρατικής χρηματοδότησης ή αποσπώνται από οργανική θέση του δημόσιου τομέα και σε συνδυασμό με την προσφυγή σε ειδικά επιτελεία εταιριών της αγοράς διαφήμισης και ερευνών κοινής γνώμης).
• Τα μέλη έχουν περισσότερα δικαιώματα σε σχέση με τα μέλη των παλαιότερων τύπων κομμάτων, όμως αρχίζει και σβήνει η διάκριση μέλους και φίλου του κόμματος με την ολοένα και περισσότερη ενασχόληση των φίλων με ειδικές θεματικές ενότητες στο πλαίσιο του κόμματος.
• Η απεύθυνση μέσω των ΜΜΕ στον «ανώνυμο πολίτη» και, συνεπώς, η απόσπαση της ηγεσίας από τον κορμό της κομματικής οργάνωσης είναι φαινόμενα των οποίων ολοένα και αυξάνει η συχνότητα εμφάνισης στα κόμματα καρτέλ.
• Οι διαφημιστικές εκστρατείες στηρίζονται πολύ περισσότερο πλέον στη μορφή παρά στο περιεχόμενο ανταποκρινόμενες στις ανάγκες των (ηλεκτρονικών) ΜΜΕ.

Όμως, το κόμμα-καρτέλ δεν είναι πια η τελευταία μορφή κόμματος. Η κατάρρευση του ιταλικού κομματικού συστήματος, που ήταν το κατ’ εξοχήν σύστημα-καρτέλ, άνοιξε το δρόμο για ένα νέου τύπου κόμμα που λειτουργεί με τη μορφή της επιχείρησης που συνήθως προέρχεται από τους κόλπους των μεγιστάνων του κεφαλαίου και οδηγούν στην ολοένα και μεγαλύτερη μείωση της «σχετικής αυτονομίας» της Πολιτικής από την Οικονομία. Το πιο ολοκληρωμένο κόμμα επιχείρηση είναι η Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Βάση του κομματικού ανταγωνισμού είναι η εμπορευματοποίηση των θεμάτων και των προσωπικοτήτων. Η Πολιτική καθίσταται «προϊόν προς πώληση». Και σε αυτή την περίπτωση τα ΜΜΕ έχουν την τιμητική τους και όλα γίνονται για την προσέλκυση της δημοσιότητας, εκτός εάν τυχαίνει ο μεγιστάνας να έχει και τα ΜΜΕ στην ιδιοκτησία του, όπως ο Σ. Μπερλουσκόνι. Η εκλογική εκστρατεία διεξάγεται με όρους (εκλογικής) αγοράς που χαρακτηρίζεται από υψηλούς βαθμούς κινητικότητας και διακύμανσης. Οι δε ψηφοφόροι αντιμετωπίζονται σαν καταναλωτές. Κατά τα άλλα, ισχύουν τα ίδια που ισχύουν για τα κόμματα-καρτέλ, με μία μεγάλη διαφορά: ο αγοραίος ανταγωνισμός αφορά και τα στελέχη του κόμματος-επιχείρηση που συμπεριφέρονται ως υποψήφιοι διοικητικοί σύμβουλοι και ανώτατα στελέχη ανώνυμης επιχείρησης. Στον ανταγωνισμό αυτό συμβάλλει η ευκολία με την οποία μπορεί να προβληθούν δωρεάν ή με μικρό προϋπολογισμό από το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα (facebook, twitter, myspace, hi5, linkedin κ.ά.)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

29/07/2011

“Can’t pay? Don’t pay!”: Civil Disobedience Movements and Social Protest in Greece during the Memorandum Era

tsakiris_aranitou_2011_protest_manchester_finalΚατεβάστε όλο το κείμενο, με τις παραπομπές και υποσημειώσεις σε PDF

16th Alternative Futures and Popular Protest Conference
Manchester Metropolitan University
18-20 April 2010

“Can’t pay? Don’t pay!”: Civil Disobedience Movements and Social Protest in Greece during the Memorandum Era

By
- Athanasios Tsakiris
PhD, Political Science
National and Kapodistrian University of Athens
- Valia Aranitou
Lecturer, Political Science Department
University of Crete

This paper will address the issue concerning recorded groupings and convergences in an era of economic crisis between new social movements and social protest by some social groups in Greece the demands of which would not be coincided under normal conditions. In particular, we will explore the dynamics of consumer, citizen, worker movements and small business social protest that have been on the rise especially after the signing of the Memorandum of Understanding in May 2010 between the Greek government and the representatives of European Commission (EC), European Central Bank (ECB) and International Monetary Fund (IMF) . Many social movements grew in opposition to the neoliberal policy of the Government and the Troika at the same time when social strata and professional groups such as small business are reported to pursue radical social protest.
The trade union movement had a hard time organizing its resistance to the government’s policies due to the reluctance of its leadership to break its ties with PASOK, the political party in government and its bureaucratic structure and political culture. Another factor that burdens the trade union movement is the on-going schism between the Communist Party’s trade union fraction (PAME) and the rest political parties’ fractions on the issue of hegemony over the trade union movement. Furthermore, the intensification of the implementation of the neoliberal dogmas by the government and the employers has had heavy consequences on the workers (mass lay-offs, wage reductions, worsening terms of work and retirement, flexible employment practices, rising of unemployment rates). New unions covering new working strata mainly in the flexible employment private sector of the economy challenge the mainstream trade unions’ social dialogue policies in favor of more decentralized and radical forms of organization and strategy.

At the same time, Greek small shopkeepers and small business associations experiencing bad economic times due to the crisis which struck the country causing consumption decline are facing the perspective of collapse as more than four thousand small and very small retail shops close on a monthly basis. This situation provoked a strong protest movement the first of its kind in the world of commerce. The merchants’ unions took to the streets using social movement tactics in order to spread their message “We close only today before they close us down once and forever”. They use publicity spots, put up posters on their shop facades and walls, and participate in marches, rallies and demonstrations. Moreover, they threaten to stop paying taxes as a sign of “civil disobedience”.

Beyond the trade union sector a whole social movement world is on the making. Public-private partnerships, which are government services or private business ventures funded and operating through a partnership of government and one or more private sector companies, have provoked a series of mobilizations against their pricing policies that have serious consequences on the rise of inflation and on peoples’ lives. These movements have devised new strategies and tactics or renovated older one to fit to the new circumstances of decentralized struggles and electronic mass media (internet, social media and networks).

In this context, we will study the labour and professional union responses to the Memorandum policy and the degree of their effectiveness. We will also study two kinds of social movements that have emerged against the expensive and multiple toll stations in national highways and against the public transport companies’ pricing policy. In both cases the movement borrows slogans from similar movements making similar demands in the past. Such a slogan is the title of Dario Fo’s theatrical play “Can’t pay? Don’t pay!” Our working hypothesis is that these movements are “products” of both the economic and political systemic crisis that allows the development of single-issue movements that may provoke wider social actions for the reform or the undermining of the system.

Our research will focus on qualitative methods and techniques such as participant observation, field notes, reflexive journals, unstructured interviews and analyses of documents and materials.

1. A theoretical framework

“There is all the difference in the world between the criminal’s avoiding the public eye and the civil disobedient’s taking the law into his own hands in open defiance. This distinction between an open violation of the law, performed in public, and a clandestine one is so glaringly obvious that it can be neglected only by prejudice or ill will.” Hannah Arendt

The term “Civil disobedience” is defined as “the knowing and deliberate violation of the law for vital social purpose” or “a political act involving disobeying governmental authority on grounds of moral objection, with the aim of promoting a just society”. The most widely accepted definition is that given by John Rawls: “civil disobedience is a public, non-violent and conscientious breach of law undertaken with the aim of bringing about a change in laws or government policies”. Civil disobedience is a symbolic or ritualistic violation of the law.

In order to speak of civil disobedience we must refer to acts of persons who intentionally and publicly disobey and violate laws. The targeted laws may be objected and violated either because they are reckoned unjust or symbolically in order for the disobedient persons to draw attention to other causes. People violating unjust laws are acting neither out of self interest nor necessarily as revolutionaries in order to overthrow the whole political system but they act in the name of collective purposes in order to cancel unjust laws or policies. The fact that there may be some people who may act selfishly or in the name of revolution trying to prepare “revolutionary conditions” does not negate the moral character of “civil disobedience”.

There are some points that need further clarifications. “Civil disobedience” is neither just a matter of politeness in protesting nor necessarily of using absolutely non-violent methods.” Civil disobedience” is indeed a deliberately disruptive act which questions and challenges social norms and established laws and policies. This means that citizens that disobey must also accept the penalties of the laws they are violating because they demonstrate that they respect the idea and the rule of law that constitute the political system. Moreover, accepting the responsibility for their actions disobedient citizens bring publicity to their causes. There is an objection to this: “If a specific act of civil disobedience is a morally justifiable act of protest, then the jailing of those engaged in that act is immoral and should be opposed, contested to the very end.” Moreover, violence is not always ineffective and immoral because there are significant issues at stake that cannot be left dragging. Nevertheless there is something to be clarified: there is “distinction between harm to people and harm to property”. Moreover, depending on the efficacy and the issue “depreciation (as in boycotts), damage, temporary occupation, and permanent appropriation” can be caused

Civil disobedience is an important element of the democratic system of governance. It is an aspect of direct democracy and popular participation in the wider governing process. People feel free to comment and criticize straightforwardly the (unjust) laws, to fight for their repeal and establish new rules based on the idea of a “just society”. To make a religion of obedience to the law, i.e. to exalt the rule of law as an absolute is “the mark of totalitarianism” in a society “which has many of the attributes of democracy”. The right of disobedience to a bad law and a dangerous policy is the essence of democracy. The omega Article No. 120 of the Greek Constitution refers to disobedience as a duty of the citizens of a democratic polity: Observance of the constitution is entrusted to the patriotism of the Greeks who shall have the right and the duty to resist by all possible means against anyone who attempts the violent abolition of the Constitution.” This provision does not apply only in cases of foreign occupation or coups d’ état. “Civil disobedience” can be used as a political weapon when the legally elected government follows a policy that leads to attacking the essential principles of the Constitution which support the “social contract” between the government and the citizens.

The disobedient citizens emphasize the contradiction between the legal and the constitutional trying to convince the people (or the nation) that they act according to the dictates of their own consciousness in order to win the people’s (or the nation’s) conscious consent to the cause. It is not always the case that civil disobedience is justified only on the grounds of a future “just society”. According to an interpretation of the Kantian theory, civil disobedience may be justified by obeying reason not violent resistance against the unjust laws and policies. The real act of opposition i.e. the selection to decline to conform, to say “no” to all those who hold or exercise power is crucial to a civilized society. It aims at ensuring the safeguarding of humanity as well as allowing the people to recover an authentic sense of self.

Criticisms from radical and conservative points of view have been launched against the idea and practice of civil disobedience. The former express disapproval of what they assume as acceptance of the established political structure by civil disobedient. The latter believe that the most likely extension of civil disobedience as disorder, anarchy and chaos as a result of the exercise by the individuals of the right to breach any law they choose whenever they feel like. Liberal views of civil disobedience ground its integration into contractual theory on the principles of equal basic liberty of the citizens and equality of opportunity. Because society may not be a “perfectly just society” it is expected serious violations to take place. The obligation to obey the laws that have been agreed and inscribed in the constitution is not absolute, because particular unjust and antiliberal laws may be passed and enforced by the government. In this case it is a duty for the citizens to oppose the laws that create injustice and violate the basic right of liberty. The difference with the radical view is mainly in the non-violent nature of civil disobedience according to the liberal view because it is regarded as a mode of appealing to the sense of fundamental justice of the majority of the people. Moreover, it is regarded as a morally acceptable method to sustain the constitutional order in an imperfect society, since it actualizes the system’s capacity for self-correction.

2. Political Disobedience and Social Protest in Greece

The case of Greece in the recent years offers many examples of “civil disobedience”, which is in great part a function of the “structures of political opportunities”. This we could say is the case of Greece where the system has been tolerating and addressing demands concerning wages and pensions but systematically ignoring demands on quality of life, save for the election periods when incumbent governments and political parties were trying to present an attractive governing program. Since 1974 when parliamentary democracy was restored in Greece following the collapse of the seven-year military dictatorship, the political parties covered almost the whole field of the civil society with a few exemptions such as the factory based trade unions, some unions of the banking sector as well as business associations. Many social mobilizations were dominated by the political parties except for the suddenly arising student and ecological movements .

After the national election of October 1981 and the beginning of the period of socialist governance” by PASOK the two-party system was stabilized. Since then both governing parties have dominated to a high degree in the trade unions and the main social associations. It is only since the beginning of the 21st century that political opportunities for the trade unions and the other social movements have opened up again in order to claim higher degrees of autonomy and independence from political party domination. This was partly attributed to the on-going interparty conflicts in governing party PASOK between “modernizers” who dominated the government and “traditionalists” who were trying to hold the party under their control and criticized the government that was attempting to undermine the Greek Welfare State.

During the late 1990s and early 2000s the right wing opposition (New Democracy-ND) adopted the slogan of “Refoundation of the State” in order to gain electoral support from PASOK’s middle class constituencies. When ND came to the government, implemented a series of reforms and continued the policies of privatization of public sector enterprises and public education (attempt to legalize private universities through the amendment of Article 16 of the Constitution) etc. All these “reforms” faced fierce opposition not only by PASOK and left-wing parties, but also from inside its party factions in trade unions. Finally, on December 2008, immediately after the murder of 15-year high school student Alexis Grigoropoulos by a member of the Special Police Force, a rebellion broke out against the increasing aggressiveness of the repressive apparatus of the state. In the rebellion high school pupils, university students and young precariously working people played the leading role in mass civil disobedience through demonstrations, occupations of schools and public buildings and rioting. During the rebellion, hundreds of members of new and older “precarious employment” trade unions, such as courier services, call centers called for civil obedience not only against the government’s policies but also against the “trade union bureaucracy” that, in their opinions, due to its commitment to social dialogue had integrated the labor movement into the political and economic systems not representing the working class any more. Moreover, the citizens were revolting against both parties due to the economic scandals involving members of their political personnel as well as significant members of the corporate elites (e.g. Siemens, transactions on real estate between the Church and the State-“Vatopedi scandal”). Subsequently, the structure of political opportunities opens up. The political system enters a period of intense crisis and political elites split as new political groups emerge, especially after the early elections.

3. Economic crisis in Greece, the IMF, the Troika, and the bailout policy

On the 4th of October the Pan-Hellenic Socialist Movement (PASOK) won the national elections from the sitting New Democracy (ND) government. For one more time the socialists with a member of the Papandreou political dynasty as prime minister were ascending to the government. Although we live in an era of “diminished expectations” people who voted PASOK hoped that the new government would at least restore their incomes that were cut back due to the ND government’s incomes policy combined with the steady rise of inflation rate. PASOK’s election campaign was dominated by the slogan “money exists” referring to the ND government’s claim that the country should enter an era of austerity politics due to financial stringency. The political, economic and social events that followed shattered PASOK government’s image. In order to face the crisis, PASOK government invited the International Monetary Fund (IMF), with the political support of the European Commission and the European Central Bank (ECB), to solve the debt problem. The result was that the Troika (committee with representatives of IMF, EU, and ECB) agreed to lend the Greek government. The bailout policy imposed by the Troika works in favour of French and German banks. At the time the bailout agreement was signed, French banks had $80bn in exposure to Greece and strong presence in the Greek banking market, followed by Germany at $45bn. Within Germany, Hypo Real Estate has the largest exposure at €9.1bn. and Commerzbank held €4.6bn in Greek bonds. The German public-sector banks known as Landesbanken held billions of euros in Greek bonds. Thus it is German and French banks gain from this debt crisis. The German case is so typical of this. Germany’s industrial organization is highly competitive and it is supported very well by a great export policy that sells its products to the other European countries that cannot compete effectively against it in terms of devaluation. A weak currency, in this case the Euro, is for the German capital a precondition for its successful competition in the global markets especially against the USA. This means that German banks must be able to finance the country’s exports and an indebted Greek economy was an uncertain situation for these banks which hold a great part of Greece’s debt. In order to secure the Banks from the risk of Greece’s default the Troika is implementing the most neoliberal policies that have been imposed in Greece during the post-war period. Since the stability and the profit of the German and French banks is the only criterion it is clear that stemming Greece’s debt crisis is less an act of charity than of self-interest.

A very clear example of socializing the losses and privatizing the profit has been the bank bailouts. Since 2008 governments throughout the world have organized bank rescues in order to restore the profitability of the banking sector. These bank rescues required a huge flow of public money to the banks, which was borne by taxpayers and the outcome was an enormous expansion in public borrowing. The Greek as well as the Irish government rushed to the recovering of their respective banking system. With that amount of tax payers’ money that the Greek government surrendered to the banks it could have decided to assume control of the financial sector. However, the leading political parties did not do that. They further decided when the IMF loan gets in to grant additional millions to the banks. Banks are contributing to the deterioration of the public debt problem because they grant loans to the Greek government with higher interest rates. The banking recovered but not the Greek people. It must be mentioned that out of the 110 billion euros that the Greek government has borrowed from the EU and the IMF, 78 billion have to do with sustaining the banking system.

The Troika undertook to play the role of the real «Governor» of the country and to lead the Greek government to the implementation of the Memorandum’s policy. As many analysts argued this practically is a violation of basic constitutional articles such as articles No. 1 and No. 28 para 2 because the government is guided by foreigners and has adopted policies that are in opposition to the interests of working people as to social insurance, labor relations and living standards. Civil servants saw their 13rd and 14th salaries cut. Moreover, pension amounts were also reduced and age limits for retirement were increased. Concerning the labor relations, company collective agreements are supported instead of the sectoral and industry-wide collective labour agreements in the name of saving jobs as well as for reasons of competitiveness. There is a fear that all these herald the final passage to the establishment of individual labor contracts that even the employers’ organizations of SMEs reject as a prospect.
According to the latest report of the Bank of Greece (February 2011), the reduction of nominal average gross wages is estimated at 4.7% in contrast to an increase of 4.6% that was recorded in 2009. For 2011 it is predicted that the reduction will be 2.7%.
The consequences of the Memorandum policy’s implementation were heavy for large groups of workers, such as part-time and temporary workers under precarious employment conditions, unemployed workers and at the beginning the civil servants. According to the 3rd Revised Memorandum and the state budget, unemployment rose to 12.1% from 9.1% one year earlier and it was predicted that unemployment would reach 14.8% in 2012. However, on 31/12/2010 unemployment stood at 14.8% up 0.9% compared to November 2010 when unemployment had sky-rocketed to 13.9% as against 10.6% on November 2009 and 13.5% on October 2009. The relevant figures for October 2010 reveal that unemployment increased very rapidly as on September 2010 unemployment stood at 12.6%. Employees and workers who have not yet been driven to unemployment submit to the employers’ force and accept to work in bad quality jobs under precarious conditions. At the same time, new categories of temporary employment are created and expand, such as agency workers (rented employees) and apprentices. The young people have a hard time trying to find a job to earn their living: up to the age of 22 years less than 50% report that they had a work experience and among them 40.5% report that they sometime found a temporary full time job. Moreover, 30.7% of university degree holders report that they found a job after four years and more from their graduation and 15.5% report that they hadn’t found a job yet.

In the meantime the deflation policy that was supposed to cause the reduction of prices in products and services in parallel with the reduction of wages did not prove efficient. Comparing the General Consumer Price Index for January 2011 with that for January 2010 we can see an increase by 5.2% as against 2.4% between January 2010 and January 2009. In combination with unemployment and wage reductions, expensive products and services prevent to a great degree the increase of consumption (recently we saw reduction of consumption even during the sales period) and leads to the closure of commercial stores, to further increase of unemployment and under employment in flexible labor relations. According to research conducted in November 2010 by the Institute for Commerce and Services of the National Confederation of Hellenic Commerce, 4,000 shops close down every month causing both fiscal and social problems. The Institute for Commerce and Services between 25 February and 7 March 2011 conducted another research that revealed that 20% of the shops in Greece have closed down .

In view of the debt crisis that affects almost all sectors in the Greek economy both public sector and private sector unions had to revise their previous strategies of social dialogue and compromising politics. The Greek government’s policy was to turn to the IMF with neither searching for alternative methods for the administration of the public debt within the framework of the EU nor trying to proceed to talks for the prolongation of the debt repayment period and similar solutions. The requirements of this solution inscribed in the Memorandum imposed by the Troika were the implantation of a very strict austerity economic program, the further deregulation of labor relations, and the privatization of public enterprises (banks, energy, telecommunications, ports, etc). The majority of the unions’ officers who are mainly members and high-ranking executives of the governing party as well as those who are members of the official opposition conservative party (New Democracy) prioritize “social dialogue” as their main strategic goal.

This strategy is regarded by many trade unionists, not only from the traditional and radical left, at least as unsuccessful due to the aggressiveness of the government’s policy and the employers’ impatience for profitability not considering the needs of their employees. Typical of this employers’ aggressiveness is the president of the Hellenic Federation of Enterprises (SEV, Commercial and Industrial Companies) who in a frenzy of greed called the Minister of Labor to move more aggressively in implementing Troika’s proposals . The SME’ s business association (ESEE and GSEVEE respectively) present an exception to the employers’ aggressiveness. For example, the merchant and craftsmen unions experience the burdens of the economic crisis since their profits have been falling rapidly due to the decrease of the purchasing power of workers and employees. The latter face massive lay-offs and wage losses. Prices of basic goods (food, education, health, transportation etc.) have risen and inflation stands at 5.2%. Bazaars, flea markets, and cheap Chinese products are now the “main street” characteristic features. Despite this tension between industrialists and bankers on the one side and SMEs and workers on the other the big unions and the General Confederation of Greek Workers (GSEE) signed a three-year collective labor agreement with 0% wage increases for the first year in the name of maintaining jobs. Thus, the majority of the first and second-degree unions (federations and labor centers) were left to fight against the second reform imposed by the Troika’s memorandum that is the social security bill. During the period between February and July 2010 several one-day general strikes were organized mainly by public employees’ unions (ADEDY is their confederation) and GSEE which were unsuccessful protests because they were not incorporated in a strategic plan for escalating the struggle towards the overthrow of the government’s policies. Workers and employees were disappointed and with the exception of the huge demonstration on May 5th, the strikes were not accompanied by mass marches or occupations and other protest activities. As a result, for the time being, the main way for the majority of workers and employees to express their dissatisfaction against the government’s and the employers’ policies is through elections. On November 7 and 14 at the regional and local elections, new political formations created by former and existing members of PASOK gained a great part of PASOK’s votes on a “Down With the Memorandum” political platform, mainly in the Attiki Region where the majority of voters live. A great number of voters, coming mainly from the working class and the unemployed, abstained. This kind of worker electoralism is a long-term historical political phenomenon in Greece, since the post-WW II period. Trade unions went through hard times during this period (lay-offs, exiles, expatriations or/and incarcerations of trade unionists, union-busting by governments and employer-driven thugs etc) leading them to seek protection by left-wing and political center parties in exchange for their submission to the party’s policy goals. Following the 1974 regime change, this condition did not change. Even New Democracy created its own trade union factions when it lost government power in 1981. With a few exceptions such as the new unions of precariously working people, this is the prevailing order in the Greek union sector.

4. New Types of Movements

These new unions frequently use types of civil disobedience such as sit-ins, building occupations, even mass hunger strikes. The unions of courier services workers, fast-food delivery workers, telecommunication sector employees, call-center part-time employees, booksellers etc frequently resort to sit-ins, street and gate blockades, building occupations as a way to press the authorities and their employers without going on strike which costs too much in a time of economic crisis.

Thousands of contract municipal workers occupied public buildings and City Halls in demand for contract renewal and/or permanent employment. The cases of the City of Athens and that of the City of Ioannina are the most striking ones.

On the 23rd of January 2008 at 8:00 am, more than 100 passengers of the Chalkida-Athens train line refused to pay the fare, grousing and protesting against frequent daily delays. The trainmaster ordered the immobilization at the station of Menidi where a police squad certified the identity cards of those passengers who refused to pay the fare. A post on an alternative radical website informed its readers that finally the policemen removed two passengers from the train. That was an early act of civil disobedience against the policy of devaluation of the public railroads that caused problems to working people who were discomforted due to the delays. The author of the post raised a question: “Should we maybe develop seriously a struggle of this type?” The answer was provided a few months later when car drivers stopped paying toll fares driving from Korinthos to Patra (and vice-versa) on a highway that does not meet the criteria set by the European Commission. After the national elections of the 4th October 2009 with the economic crisis worsening many people took the initiative to form local committees in order to organize a new social movement against the governmental policies that caused further economic pains for a great part of the society that could not stand to bear the burdens of the crisis. A very recent paper argues that this movement can be seen as “an expression of social dissatisfaction and frustration caused by the severe measures introduced by a government which had no clear mandate to do so.” In this sense “it is a clear manifestation of a legitimacy crisis whose effects are difficult to foresee.”
This is where the “Can’t Pay, Don’t Pay” movement comes in.
The “Can’t Pay, Don’t Pay” Struggle Committees are open assemblies organized on a direct democracy basis, where we discuss, bring out the issues and organize actions in order to support and claim our needs and rights. We deny the society of “people-commodities” and we demand that all social goods be offered free-of-charge to each employed or unemployed person, young or pensioner. We self-organize and fight for a society where each will contribute according to his/her abilities and will enjoy according to his/her needs.

The “Can’t Pay, Don’t Pay” movement contains numerous active organizations and groups of activists. These organizations and groups coordinate their efforts through committees which are open to every citizen who is interested to participate in the movement. Thus the social movement functions as a network of allied organizations and individuals interacting in order to achieve their policy goals or/and achieve cultural transformations at the societal level. Their literature informs the citizens about the origins of the problems. Leaflets, flyers, bulletins, and newspapers produced by the local “Can’t Pay, Don’t Pay” committees are printed and distributed to the citizens who use the public transportation vehicles, the highways and the hospital services. The issues that occupy their members have to do with the rising prices of the public goods and services such as:
• rise of the prices of public transportation tickets,
• increase of the number of toll gates in public highways
• increase in toll gate fees
• imposition of fees for hospital visits

The audience of the movement seems to be the whole working class:“We are an open initiative from below aiming at creating a workers’ Front from below and in the Struggles. We hold with every worker and every collective worker’s claim in the direction of the satisfaction of our needs and for our rights. Contact us.”

The government’s response was contradictory once more. The first announcements made by the government provide that denial to pay the ticket in mass transport vehicle will consist a penal offence while denial to pay toll fares will consist a violation of the Road Traffic Code punished with a fine up to 200 euros.
In the middle of January 2011 the government was nervous. There were messages that after the tolls time had come for urban transport. Members of the groups “Akrivia Stop” (“Stop Expensiveness”) and “Epivates Thessalonikis” (“Thessaloniki Passengers”) had already proceeded to symbolic occupations of buses proposing to the passengers to stop validating their tickets at the special machines. The Ministry of Infrastructures, Transport and Networks conducted a research revealing that 40% of the passengers either travel illegally or do not validate their tickets mainly in buses. Many passengers take advantage of the single ticket and its validity for a 90-minute travel in order to hand it over to an incoming passenger and everyone is legal if the inspector checks the tickets. This can be seen as a very low key social solidarity movement. The early response of the government to the “free rider problem” was to either use ticket inspectors more frequently or to establish the “electronic ticket”. The latter is expected to be introduced at the end of 2011 through the Public Private Partnership system.
On the 4th of February 2011, the passengers and commuters in Athens and Thessaloniki did not validate their tickets. The first Pan-Hellenic day of mass civil disobedience is a political event that reveals a strong social movement.
As mentioned above the general strike and mass demonstration of May 5 was the peak of the mobilization of the unions during the recent period trying to prevent the government from signing the Memorandum. The unsuccessful struggle of the trade union movement to prevent the passage by the Parliament of the laws that instituted the Memorandum as state policy opened the way for alternative communication strategies to social movements such as the “Can’t pay, Don’t pay” movement. The use of the Internet and the social networks such as Facebook and Twitter became a major factor in the mobilization. Yiannis Albanis, a member the European Social Forum, said to one of the largest circulated Sunday (at that time it also circulated daily) newspaper that “Our aim is to provoke similar mobilizations and practical demonstrations of solidarity from the working people from all the countries of Europe and beyond”. To achieve this goal ESF in Greece opened an account on Facebook under the name “Can’t pay, won’t pay. Solidarity to the people of Greece.” The impact of the account was so great that in less than two hours it crossed the Greek network’s borders and welcomed visits and friendship requests from at least 870 persons from the UK, Hungary, Germany and Spain. “From the first moment the page became the centre of attraction and mobilization with substantial results. Tomorrow, on the day of the all-workers rallies, there will be protest and solidarity gatherings in Berlin, Bilbao Budapest, and London. As for the choice to use the Internet this was made because it “has become consciousness to all those who are active against the institutions of globalization such as the IMF and the World Bank all this time. It is a tool that goes beyond borders and passes by the logic of the traditional Mass Media (…) but “the Internet does not substitute in any case gatherings strikes or demonstrations. It feeds the interest in politics and stimulates individuals and groups to exchange ideas and views.”

Allies and friends

Left-wing parties are supposed to be the friendliest to social movements political parties. Nevertheless, there is a great controversy on the autonomy and independence of the former from the latter. Classical Marxists give priority to the labor movement on the production side denying the plurality of social movements as political actors, namely all movements that do not recognize the avant-guard of the working class. This goes hand-in-hand with the view of the political party (in this case the Communist Party of Greece) as the unique political organization of the working class subsuming all other contradictions under its political scheme of “Laiki Exousia” (“People’s Power”)

Nevertheless, “reality” sometimes is cunning. The success of the “Can’t Pay, Don’t Pay” movement in mobilizing numbers of people throughout the country is clear. This fact made the leadership of the party to embrace the “Can’t Pay, Don’t Pay” movement but, as in the cases of the labor and the other social movements, it created its own organizations and intervenes politically on its own. The Communist Party’s candidate for the Attiki Region in the 2010 Regional Elections, Mr. Thanassis Pafilis, stated: “I’ll say it simply; the people have “flipped out” by now with all these things they see and this is expressed impulsively by some people. One could say that this is a militant attitude. However, if there is not any organized, mass disobedience and indiscipline, which will coupled with a political proposal, it will run out of steam. (…) Of course you cannot denounce such activist actions that express a tendency which is now being formed in the society.”

The parties of renewing and radical left have embraced the movement. However, their political presence and intervention is different than that of the Communist Party which functions under the umbrella organization called PAME (All Workers Militant Front). The members of these parties act on their own in these movements without a central guidance or special organization. As a member of “Thessaloniki Passengers said to us: “The movement is shaped far from the parties’ guidance so that it can avoid possible political exploitation of its struggles. Individuals organized in parties participate in the movement and its committees codetermining and acting within the framework of the collective decisions. We welcome political support from parties, trade unions, and social organization up to the point that they don’t attempt to manipulate the decisions of the movement.” A member of the Movement against Tolls in Northwestern Attiki confirms that “the citizen’s groups that are self-organized are multi-color. In any case, that does not mean they are non-political. Their decisions are taken through open assemblies. It is a political reaction against the anomy of authority as well as against manipulation by political parties and trade unions. They came to cover a gap, a political deficit which engendered all these scandals we experienced the recent years from the Olympic Games and Siemens, the structured bonds, the Vatopedi monastery, and, of course, the assignment of the national highways, a public social good, to the contractors.” A member of “Stop Expensiveness” ascertains another dimension of the problem: “What we hear from the people is that they show disdain for the trade union movement as well as lack of trust for the left, which they hold responsible for not fulfilling their anticipations just when many citizens were searching for the left as a last resort”.
The “Can’t Pay, Don’t Pay” movement has to care for the legal consequences of its members’ “civil disobedience” activities. For this reason volunteering lawyers form teams to offer legal support to the movement and its activists. An example is the legal team of the “Thessaloniki Passengers” group which publishes instruction on what an activist must do when he/she faces the police during an act of “civil disobedience” such as denial to pay for the bus ticket or a call to the passengers to resist ticket controls.
5. Social protest by SME and SME s associations

The increase of “padlocks” and the unprecedented reaction of small merchants

In the context of theoretical debate it is a priori presumed that the political stance and behaviour of small merchants and small entrepreneurs is determined as conservative; furthermore, special emphasis has been placed on their electoral alignment with fascist or extreme-right political parties. In contrast with the political behaviour of small merchants and entrepreneurs in other societies determined as conservative, their Greek colleagues seemed to differentiate themselves for a long period of time. Until 2000 the differentiation of their political behaviour was not limited only at their interest in politics. Greek small merchants were locating themselves in the political centre or/and in the left.

However, since the beginning of the first decade of the 21st century, we can trace a number of new characteristics for this especially dense social category in the Greek society. Very recently the big economic crisis afflicted the commercial activity of small commerce and of small enterprises in general. The very rapid establishment of multinational commercial enterprises, multispaces and of course big-box stores (megastores) has led the small businesses to a dead-end. “Padlocks” are increasing daily as well as the dead ends where their business and personal lives seem to affect radically fixed political stances and behaviours.

National Confederation of Hellenic Commerce (ESEE) and local Merchant Associations participated in two general national strikes organized by the trade unions (15/12/2010 and 23/2/2011) by closing their shops, while in various consultation meetings, the positions they put forward approached those of the workers. They used the following forms of mobilization:

 protest marches,
 shop closing,
 creation of advertising spots,
 printing posters with their demands and covering street walls with these posters.

In some cases, seeing the “padlocks” increasing they search for ways to enter the “Can’t Pay? Don’t Pay!” movement. Thus they proposed for a period of time to stop paying VAT so that the government “feels” and realizes their value.

The same goes for the owners of small coffee-shops, bars and restaurants in the centre of Athens concerning the ban on smoking in the shops. Aiming at the continuation of their businesses’ operations they decided to “disobey” the smoking ban law. More than 1,000 enterprises proceeded to the creation of an informal organization aiming at not only to permit smoking but to not pay the fines that will be imposed on them due to their decision.

6. Conclusions
The above offer us the opportunity to show that in Greece in the Memorandum era there are new political phenomena which we must study in a more systematical manner.

Some preliminary conclusions may be drawn for the time being:
- Up to a certain point some institutional actors such as the representatives of the SMEs and their organizations converge with the non-institutional actors, such as the “Can’t Pay? Don’t Pay!” movement and its unofficial groups that function as autonomous and independent organizations.
- New movements use the “civil disobedience” method causing splits in the political cohesion of the top political elite and the government. In the other cases the movements exploited the split of the political elites (the case of contract municipal workers) and expanded the political opportunities (movement vs. rises of price of tolls, buses).
- Information technology systems such as the Internet and the social networks like Facebook and blogs played a very crucial role in the expansion and mobilization of the “Can’t Pay?Don’t Pay!” groups.
- There is a tendency for partisan dealignment which is still nascent in terms of voting and can be seen mainly in public opinion surveys and local elections. Nevertheless, this tendency is clear in terms of social movement activity.

08/06/2011

«Οι σχέσεις κράτους – αγοράς στην Ελλάδα και η οικονομική κρίση» Εκδήλωση της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης

Η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης σας προσκαλεί στις

«ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ Ι»

Όπου οι ομότιμοι καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πάνος Καζάκος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

Θα συζητήσουν το θέμα:

«Οι σχέσεις κράτους – αγοράς στην Ελλάδα και η οικονομική κρίση»

Πέμπτη 9 Ιουνίου

στo «Αμφιθέατρο Ι. Δρακόπουλου» (Πανεπιστημίου 30, κεντρικό κτίριο Πανεπιστημίου Αθηνών), Ώρα έναρξης: 19.30 (ακριβώς)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.