Μετάβαση στο περιεχόμενο

Το πολιτικό κόμμα (μέρος πρώτο)

04/01/2011

Το πολιτικό κόμμα

του Θανάση Τσακίρη

 

Το κόμμα, όπως το γνωρίζουμε, είναι μια έννοια της Πολιτικής Κοινωνιολογίας που δεν είναι τόσο παλιά όσο νομίζουμε.

Τα κόμματα είναι θεσμοί που ο πρωταρχικός σκοπός τους είναι η οργανωμένη ομαδοποίηση πολιτών, οι οποίοι στοχεύουν στην άσκηση εξουσίας στο πλαίσιο του κράτους. Στην αρχαία Ελληνική «πόλη–κράτος» συναντάμε ομάδες ελεύθερων πολιτών που οργανώνονταν με σκοπό να πετύχουν κάποιο σκοπό και έρχονταν σε αντίθεση με άλλες ομάδες που είχαν διαφορετικα συμφέροντα. Το ίδιο ισχύει για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία απαντώνται τα «κόμματα» του «Πομπηίου» και του «Καίσαρα». Η πρώτη μορφή κόμματος απαντάται με τη μορφή της «φατρίας» (λατ. “facere”, δηλ. «πράττειν») που δεν είχε και την καλύτερη φήμη καθώς εθεωρείτο πολιτική ομάδα που προέβαινε σε διασπαστικές και επιζήμιες πράξεις σε βάρος του συνόλου.Στο Βυζάντιο συναντάμε τους «Πράσινους» και τους «Βένετους» (Στάση του Νίκα). Όλες αυτές οι πολιτικές ομάδες οργανώνονταν (και ως κόμματα σήμερα) για διάφορους λόγους: στήριξη ενός συγκεκριμένου πολιτικού προοσώπου, προώθηση συγκεκριμένης πολιτικής (policy) ή γενικής ιδεολογικής θέσης, πολιτική βοήθεια σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ακόμη και για βραχυπρόθεσμα πολιτικά πλέονεκτήματα. Στην Ιταλία του 17ου αιώνα αναπτύχθηκαν πολιτικές ομαδοποιήσεις με σκοπό να επηρεάσουν την επιλογή ατόμων και μηχανισμών, ταυτίστηκαν όμως με την έννοια της μηχανορραφίας και της παρασκηνιακής δράσης. Για πολλούς αιώνες το κόμμα θεωρείται διασπαστικό πολιτικό μόρφωμα και γι’ αυτό και αποκαλείτο «σέκτα» (τελικά μόνο για τις θρησκευτικές επικράτησε ο όρος αυτός). Η λέξη party (κόμμα), που εμφανίστηκε στην Εγκυκλοπαίδεια δια χειρός Βολτέρου, είναι δίσημη: διαίρεση αλλά και συμμετοχή. Ο Μακιαβέλλι, παρότι δεν χρησιμοποίησε τον όρο και τις θεωρούσε καταστρεπτικές για την «πόλη», μας μίλησε για τους Ευγενείς και τους Πληβείους, τις δύο μεγάλες πολιτικές ομάδες της Ρώμης που λόγω των τεράστιων διαμαχών τους καθιερώθηκαν όλοι οι νόμοι υπέρ της ελευθερίας. Ο Μοντεσκιέ, εκ πρώτης όψεως, το τράβηξε στα άκρα το επιχείρημα του Μακιαβέλλι, μιλώντας για την αρμονία του συνόλου που πρέπει να την υπηρετούν τα μέρη, όπως οι παραφωνίες στη μουσική. Ακόμη και οι Διαφωτιστές, όμως, δεν φαίνονται διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν την ύπαρξη και αναγκαιότητα των κομμάτων. Παραδείγματος χάριν, ο Ζαν Ζακ Ρουσώ προέκρινε την ενότητα του έθνους από την διασπαστική φύση των κομμάτων. Στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» ο Ρουσσώ υπογράμμιζε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν επιμέρους σύλλογοι στο κράτος που θα διασπούσαν τη γενική βούληση και ότι ο κάθε πολίτης θα έπρεπε να εκφράζει μόνο τη δική του άποψη. Ο πρώτος μεγάλος συντηρητικός στοχαστής που θα αναγνωρίσει την ύπαρξη των κομμάτων είναι ο Έντμουντ Μπερκ που θα ορίσει το κόμμα «ως ένα σώμα ανθρώπων που ενώνονται για την προώθηση του εθνικού συμφέροντος μέσω των κοινών τους προσπαθειών με βάση ορισμένες ιδιαιτέρες αρχές πάνω στις οποίες όλοι συμφωνούν». Το κόμμα τύπου Μπερκ υλοποιήθηκε ιστορικά στις ΗΠΑ το 1800 με τον Thomas Jefferson που οργάνωσε ενώσεις για την υποστήριξη του τότε Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Από το σημείο αυτό και ύστερα, κατά τη διάρκεια της αστικής βιομηχανικής επανάστασης και την συγκρότηση των αντιμαχόμενων κοινωνικών τάξεων των καπιταλιστών και του προλεταριάτου που διεκδίκησαν τα πολιτικά δικαιώματά τους, τα κόμματα βρίσκουν ολοένα και μεγαλύτερα ακροατήρια με την σταδιακή καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας ανδρών και γυναικών χωρίς οικονομικές προϋποθέσεις.  Τα κόμματα γίνονται εκφραστές κοινωνικών διαιρετικών τομών και οχήματα κοινωνικών κινημάτων.

Το κόμμα λειτουργεί στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος σε αντίθεση με την ομάδα πίεσης που είναι εξωτερική του πολιτικού συστήματος και προσπαθεί να επηρεάσει την εξουσία αλλά δεν επιδιώκει να την κατακτήσει. Παράγει, δηλαδή, εκροές του πολιτικού συστήματος. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση καθίσταται αδιανόητη δίχως την ύπαρξη κομμάτων και κομματικών συστημάτων. Ο Giovanni Sartori θεωρεί ότι «όταν η κοινωνία σαν σύνολο πολιτικοποιείται, οι κανόνες κυκλοφορίας, που συνδέουν την κοινωνία στο κράτος, και αντίστροφα, καθιερώνονται ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο διαρθρώνεται. Σ’ αυτό το σημείο, τα κόμματα γίνονται φορείς διοχέτευσης και το κομματικό σύστημα καθίσταται το σύστημα πολιτικής διοχέτευσης (canalization) της κοινωνίας (…) Ως εκ τούτου, ένα κομματικό σύστημα μπορεί να οριστεί ως ένα σύστημα ελεύθερης (αυτόνομης) διοχέτευσης όπου επικρατεί η έκφραση έναντι της καταστολής σε όλο το πολιτικό σύστημα, ενώ ένα κομματικό σύστημα μπορεί να οριστεί ως ένα σύστημα υποχρεωτικής μονοπωλιακής διοχέτευσης όπου η καταστολή κυριαρχεί έναντι της έκφρασης καθ’ όλο το μήκος του.»[1]

Το κόμμα, επομένως, είναι ένα «μέρος» που διαμεσολαβεί την κοινωνία και την εξουσία.Το κόμμα θέλοντας να προσεγγίσει την εξουσία για να εφαρμόσει την προγραμματική του Πολιτική πρόταση και να υλοποιήσει τις προγραμματικές του πολιτικές σε κάθε ζήτημα «αναζητάει ψήφους κάτω από ένα αναγνωρίσιμο σύμβολο». Άρα το πολιτικό κόμμα είναι παρεμβάλλουσα μεταβλητή μεταξύ πολιτικής και κοινωνικής δομής. Το κόμμα αποτελεί τον ένα από τους κύριους συνδέσμους που συνδέουν τους κυβερνητικούς θεσμούς με την κοινωνία. Ο άλλος είναι οι ομάδες πίεσης. Επιπλέον το κόμμα είναι «οργάνωση ατόμων που αναζητάει μέσα από εκλογικές και μη εκλογικές διαδικασίες την άδεια ενός κοινού (ή ενός μέρους του) να τοποθετήσει ειδικούς εκπροσώπους της στα ιδιαίτερα κυβερνητικά αξιώματα για να ασκούν την πολιτική εξουσία».  Η πιο πλήρης ερμηνευτική απόδοση της έννοιας του πολιτικού κόμματος οφείλει να λάβει υπόψη της και την ιδεολογία και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται για να επιβάλουν οι οργανώσεις πολιτών που επιζητούν την κατάληψη της εξουσίας επί των ψηφοφόρων και των οπαδών ούτως ώστε να χρησιμεύουν ως «λεκτική συγκολλητική ουσία» και «συμβολική νομιμοποίηση». [2] 

Ιστορικά το αρχικό σχήμα είναι αυτό των εκλογικών επιτροπών από τοπικά πολιτικά στελέχη και «επιφανείς πολίτες» υπέρ της εκλογής ενός υποψήφιου βουλευτή. Παράλληλα με την συγκέντρωση της υποστήριξης από σημαντικές τοπικές προσωπικότητες υπέρ του υποψήφιου, οι επιτροπές συγκεντρώνουν χρηματικούς πόρους. Επιπλέον δημιουργούνται κοινοβουλευτικές ομάδες για κοινή δράση στο πλαίσιο των συνελεύσεων, που οδηγούν στην συγκρότηση των πρώτων κομμάτων. Δινόταν περισσότερη σημασία στην ποιότητα των μελών σε σχέση με την ποσότητα. Οι επιτροπές είχαν μεγάλη αυτονομία και ατελή εσωτερική οργάνωση. Όταν ενώνονταν σε ομοσπονδία οι επιτροπές δημιουργούσαν το κόμμα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και ως εκπρόσωποι του κόμματος, οι βουλευτές είχαν πλήρη ελευθερία κινήσεων και ανεξαρτησία από αυτό αυτοπροσδιοριζόμενοι είτε ως εκπρόσωποι του έθνους είτε ως εκπρόσωποι της εκλογικής περιφέρειας στην οποία εκλέγονταν. Οι πολιτικές μάχες εντός της κοινοβουλευτικής συνέλευσης συχνά έπαιρναν το χαρακτήρα της μονομαχίας μεταξύ των «μεγάλων ανδρών». Συνήθως τέτοια είναι πολλά συντηρητικά και φιλελεύθερα πολιτικά κόμματα. Κατά τον 19ο αιώνα ο αποκλεισμός σοσιαλιστών υποψηφίων από πηγές χρηματοδότησης οδήγησε στην συγκρότηση οργανώσεων με πολλά μέλη που κατέβαλλαν μικρές χρηματικές συνεισφορές καταβαλλόμενες κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Επιδιωκόταν έτσι η ενσωμάτωση στην οργάνωση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οπαδών. Αυτό σήμαινε ότι το μαζικό κόμμα έπαιζε το ρόλο του πολιτικού εκπαιδευτή λαϊκών μαζών και ότι άνοιγε ο δύσκολος δρόμος για την κατοχύρωση δημοκρατικής επιλογής υποψηφίων από συνέδρια (εθνικά, τοπικά, τομεακά). Τα κόμματα μαζών ανταποκρίνονται, λοιπόν, στην εποχή κατά την οποία η βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί πολυπληθή εργατική τάξη που διεκδικεί την ενσωμάτωση του συνόλου των πολιτών στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και την διαρκή συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες πέρα από την ανά τετραετία καθολική ψηφοφορία για την εκλογή βουλευτών. Η διαρκής μαζική οργάνωση μελών και η ανάγκη διαρκούς είσπραξης συνδρομών συνεπάγεται πολύ αυστηρότερη διοικητική οργάνωση με την  προοδευτική ανάπτυξη ενός πολύπλοκου και ιεραρχημένου οργανισμού και μιας ομάδας ενδοκομματικών ηγετών που επιφέρει εξασθένιση της θέσης των βουλευτών. Κοινωνιολογικά, η διαμάχη μεταξύ ενδοκομματικών και κοινοβουλευτικών στελεχών αντανακλά τη διαμάχη των δύο ομάδων της βάσης: μέλη που εκλέγουν τους ενδοκομματικούς ηγέτες και οπαδοί που εκλέγουν τους βουλευτές. Τα μέλη είναι πιο ταυτισμένα με το κόμμα σε σχέση με τους ψηφοφόρους και θεωρούνται πιο «αδιάλλακτα».

Το πανσυλλεκτικό κόμμα  εμφανίστηκε στη δεκαετία του ’60 διατηρώντας πολλά στοιχεία του κόμματος μαζών. Το καπιταλιστικό-καταναλωτικό πρότυπο ανάπτυξης της Δύσης γίνεται το υπόβαθρο του πανσυλλεκτικού κόμματος: ιδιότυπο καθεστώς συσσώρευσης με δομές εντατικής συσσώρευσης και μαζικής κατανάλωσης στη βάση συναινετικών θεσμών και δομών. Υιοθετεί στρατηγικές άμεσης εκλογικής αποτελεσματικότητας που συνεπάγονται πρακτικές αποστασιοποίησης ή και αποστροφής από πρακτικές στρατολόγησης στη βάση των ιδεολογικών και κυρίως κοινωνικών ταυτίσεων, ενώ παράλληλα επιδιώκουν εκλογική υποστήριξη με αφετηρία πολιτικές και προγραμματικές συγκλίσεις. Τα κόμματα πλέον παύουν να είναι παράγοντες της κοινωνίας που επιδιώκουν την επιρροή πάνω στο κράτος ή την διείσδυση σ’ αυτό. Επέρχεται μετατροπή των κομμάτων σε ανταγωνιστικούς μεσίτες μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Οι κυβερνήσεις πανσυλλεκτικών κομμάτων βιώνουν μια έντονη αντίφαση προσπαθώντας αφενός να μεσιτεύσουν τα αιτήματα της κοινωνίας προς το κράτος αφετέρου να υποστηρίζουν την κρατική πολιτική απέναντι στην κοινωνία.

Στη δεκαετία του 1990 τα κόμματα μεταβλήθηκαν σε κόμματα του κράτους (ή κόμματα-καρτέλ).  Η σταδιακή ανάδυσή τους εξελίσσεται μέσα στις συνθήκες: κοινωνίας της αφθονίας, έντασης των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας που οφείλεται στην ολοένα και αυξανόμενη εισβολή των μαζών στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς,  της ανάπτυξης των παντός είδους ηλεκτρονικών μέσων μαζικής -και αμφίδρομης- επικοινωνίας  που κατά βάση διαδίδουν έναν ομοιόμορφο πολιτιστικό κώδικα στο πλαίσιο μιας «παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας». Το κόμμα καρτέλ εντείνει στο έπακρο τα χαρακτηριστικά του πανσυλλεκτικού ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τις βασικές αξίες συγκρότησής του. Δεν είναι πλέον το κόμμα που ελέγχει το κράτος αλλά το κράτος που ελέγχει το κόμμα. Τα κυρίαρχα κόμματα της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς έχουν εδώ και 3 δεκαετίες δοκιμαστεί ως «κυβερνητικά κόμματα». Αν ένα κόμμα μείνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός κυβέρνησης δεν σημαίνει ότι του αρνείται η κυβέρνηση την πρόσβαση στα οφέλη του κράτους και στους διορισμούς. Οι γραφειοτεχνοκράτες των κομμάτων αυτών παραμένουν σε θέσεις-κλειδιά. Όταν αυτή η πρόσβαση δεν υφίσταται, η ύπαρξη ομάδων πίεσης σε συνδυασμό με τη δράση της αντιπολίτευσης επιφέρει επιμέρους μόνο αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική. Τα ιδιωτικά ΜΜΕ φιλοξενούν απόψεις της αντιπολίτευσης –με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ο κομματικός τύπος στη διαμόρφωση «κοινής γνώμης» Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων ως συνέπεια της συνταγματικής κατοχύρωσης του ρόλου τους στην πολιτική ζωή των σύγχρονων κοινωνιών οδηγεί σε υποβάθμιση του ρόλου του κομματικού μηχανισμού ως συλλογέα οικονομικών πόρων ενίσχυσης της κομματικής δραστηριότητας. Η επικράτηση του κόμματος καρτέλ δεν σημαίνει αυτόματη εξαφάνιση των προγενέστερων τύπων κόμματος. Τη διαφορά την κάνουν οι πολιτικοί στόχοι και η βάση του ανταγωνισμού των κομμάτων. Η κοινωνική μεταρρύθμιση ήταν το διακύβευμα της εποχής των κομμάτων μαζών που ανταγωνίζονταν στη βάση της αντιπροσωπευτικής ικανότητας. Στην εποχή των πανσυλλεκτικών κομμάτων ήταν η κοινωνική βελτίωση και όχι η κοινωνική μεταρρύθμιση ενώ τα κόμματα ανταγωνίζονταν στη βάση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής τακτικής. Στην εποχή του κόμματος καρτέλ, οι στόχοι της πολιτικής αναφέρονται στο «εγώ», η δε πολιτική έχει γίνει τεχνοκρατικό επάγγελμα και ο ανταγωνισμός των κομμάτων αναπτύσσεται στη βάση της αξίωσης για αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διαχείριση. Επήλθε μετατροπή του κόμματος σε «εταιρεία εντάσεως κεφαλαίου» αντί «εντάσεως εργασίας»: παραγκωνισμός μελών από τη συγκεντρωτική-επαγγελματική δραστηριότητα των κομματικών managers που μισθοδοτούνται μέσω κρατικής χρηματοδότησης (ακόμη και ο ΣΥΝ δηλώνει ότι 85% των εσόδων του προέρχονται από το κράτος ενώ μηδενικά είναι τα έσοδα από τις εισφορές των μελών)[3] ή αποσπώνται από οργανική θέση του δημόσιου τομέα,  προσφυγή σε ειδικά επιτελεία εταιριών της αγοράς διαφήμισης και ερευνών κοινής γνώμης. Τα μέλη έχουν περισσότερα δικαιώματα σε σχέση με τα μέλη των παλαιότερων τύπων κομμάτων, όμως αρχίζει και σβήνει η διάκριση μέλους και φίλου του κόμματος. Η απεύθυνση μέσω των ΜΜΕ στον «ανώνυμο πολίτη» συνεπάγεται απόσπαση της ηγεσίας από τον κορμό της κομματικής οργάνωσης. Οι διαφημιστικές εκστρατείες στηρίζονται πολύ περισσότερο πλέον στη μορφή.

Συνεχίζεται σε επόμενη ανάρτηση……


[1] Sartori Giovanni (2005/1976) Parties and Party Systems. Colchester, UK: ECPR Press, σελ. 51-52.

[2] Lawson Kay (1976) The Comparative Study of Political Parties. New York, NY: St. Martin’s. και Lenk Kurt (1990) Πολιτική Κοινωνιολογία. Δομές και μορφές ενσωμάτωσης της κοινωνίας. Θεσσαλονίκη: Εκδ. Παρατηρητής

[3] Σύμφωνα με τη μελέτη του Χρ. Βερναρδάκη («Τι αποκαλύπτει η χρηματοδότηση των κομμάτων», Το Βήμα, 20/12/2009, σελ. Α15), η κρατική χρηματοδότηση ως ποσοστό των συνολικών εσόδων ήταν κατά μέσο όρο (1997-2007): ΝΔ 81,6%, ΠΑΣΟΚ 74,7%, ΚΚΕ 55,0%, ΣΥΝ 81,3%.

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: