Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η έννοια της εξουσίας (μέρος πρώτο)

05/01/2011

Η έννοια της εξουσίας

του Θανάση Τσακίρη

Ένα από τα κύρια προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η σπουδή της πολιτικής κοινωνιολογίας είναι αυτό της εξουσίας και της άνισης κατανομής της. Η δύναμη/εξουσία (power, macht) και η νόμιμη εξουσία/αρχή (power/authority) είναι οι πιο βασικές έννοιες γύρω από τις οποίες περιστρέφεται το άμεσο ή έμμεσο ενδιαφέρον των περισσότερων μελετών που αναζητούν να αναλύσουν τις σχέσεις τους με τις κοινωνικές δυνάμεις (social forces). Όπως τονίζουν μελετητές του θέματος η έννοια της εξουσίας είναι «επίμαχη, πολυεπίπεδη και ουσιωδώς αμφισβητήσιμη» [1]γιατί, πρώτον, ορίζεται στη βάση ενός συνδυασμού κριτηρίων που αποτελούν από μόνα τους αντικείμενα πολλαπλών ερμηνειών και, δεύτερον, αποτελούν από την αρχή «πεδία ανταγωνιζόμενων και διιστάμενων ερμηνευτικών προσεγγίσεων όσον αφορά το περιεχόμενό τους». Άλλωστε αυτή η πολλαπλότητα των ερμηνειών είναι ένα από τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών επιστημών, δηλαδή η πραγματικότητα υπάρχει «δια μέσου της εμπειρίας της εσωτερίκευσής της και της εξωτερίκευσής της». Έτσι, κάθε άνθρωπος διαμορφώνεται, σκέφτεται, δρα και βιώνει τις εμπειρίες του σε διαφορετικούς χρόνους και χώρους, επηρεάζεται από διαφορετικές οικογενειακές, ταξικές και άλλες κοινωνικές παραμέτρους και συμφέροντα. Αυτό ως κοινωνικοί επιστήμονες πρέπει να το λαμβάνουμε κάθε φορά υπόψη χωρίς να μας προκαλεί εντύπωση, καθόσον τα επιστημονικά μας αντικείμενα διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά των θετικών και φυσικών επιστημών.

Τι είναι, λοιπόν, η εξουσία, που τόσο μας βασανίζει αλλά δεν είναι για όλους μπελάς αλλά ευκαιρία και κάτι το θετικό; O όρος δύναμη/εξουσία αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου ή, πολύ συχνότερα, μιας ομάδας ατόμων ή ενός θεσμού να χειρίζονται και να διαμορφώνουν τις αντιλήψεις και τις ενέργειες άλλων ατόμων. Λέμε, παραδείγματος χάριν, ότι ένας πατέρας ασκεί εξουσία πάνω στα παιδιά του όταν αυτά εκτελούν τις εντολές του. Παρομοίως, μπορούμε να μιλήσουμε για εξουσία που ασκεί μια κυβέρνηση πάνω στους πολίτες όταν τους οδηγεί στις κατά τόπους Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) ή στις τράπεζες για να καταβάλουν τον ετήσιο φόρο εισοδήματος. Ο όρος νόμιμη εξουσία/αρχή αναφέρεται στη δύναμη/εξουσία που ασκείται νόμιμα από μια σειρά θεσμών, οι οποίοι λειτουργούν με βάση τις θεσμικές ρυθμίσεις που τους διέπουν σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές. Ο νταής μιας σχολικής τάξης μπορεί με τη μυϊκή του δύναμη να ασκεί εξουσία πάνω στους πιο αδύναμους συμμαθητές του και να τους υποτάσσει αλλά δεν έχει καμία θεσμική ιδιότητα που να τον καθιστά κύριο της ύπαρξης και της σωματικής ακεραιότητας τους. Η εξουσία που προσωρινά ασκεί είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της ωμής δύναμής του. Αν στον κόσμο μας υπήρχαν μόνο νταήδες και δειλοί άνθρωποι τότε δεν θα νοιαζόταν ο καθένας παρά πώς θα επιβιώνει σε μια κατάσταση όπου ο ασκών ωμή βία θα υποτάσσει τους αδυνάτους, δηλαδή θα βρίσκεται στην κατά Thomas Hobbes «φυσική κατάσταση» όπου διεξάγεται «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Αν περάσουμε από το μικροεπίπεδο στο μακροεπίπεδο της πλανητικής επικράτειας τα κράτη με την μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ θα υποτάσσουν τα πιο αδύναμα που θα είναι έρμαια των διαθέσεών τους. Οι θεσμοί και οι κανονιστικές ρυθμίσεις που τους διέπουν παρέχουν προστασία σε αυτούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να αντεπιτεθούν λόγω μειωμένης ή έλλειψης δύναμης και υφίστανται παρενόχληση και εκμετάλλευση. Μέσω αυτών των ρυθμίσεων ασκείται νόμιμα η εξουσία (authority). Αυτές αποτελούν τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές που ορίζουν τους όρους με βάση τους οποίους μπορεί ένα άτομο να ζητήσει δικαίως από ένα άλλο άτομο να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες του. Αν ο Διευθυντής Προσωπικού μιας μεγάλης δημόσιας επιχείρησης ζητήσει από τους εκπαιδευτές των εκπαιδευτικών προγραμμάτων να διδάξουν εκτάκτως μαθήματα κατά το Σαββατοκύριακο και αυτοί αρνηθούν, ο εν λόγω διευθυντής έχει δικαίωμα να τους επιπλήξει, να τους επιβάλει στέρηση μισθού, ή ακόμη και να εισηγηθεί την απόλυσή τους αν υπάρχει νομίμως θεσπισμένος κανονισμός προσωπικού υπογεγραμμένος και αποδεκτός τόσο από τη διοίκηση της επιχείρησης όσο και από το οικείο συνδικάτο του χώρου εργασίας και που καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων. Του έχει, με τον τρόπο αυτό, χορηγηθεί πάγια εξουσιοδότηση χειρισμού αυτών των υποθέσεων. Έτσι, ο εν λόγω διευθυντής είναι κάτοχος εξουσίας (power) και αποτελεί νόμιμη αρχή (authority). Στην πλέον απλή του απόδοση, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» αναφέρεται σε μια κοινωνική σχέση μεταξύ ενός «ανώτερου» (principal) και ενός «κατώτερου» (subaltern). Στην πραγματικότητα αυτή η σχέση δεν είναι μονόπλευρη και μονοσήμαντη. Ένας ανώτερος μπορεί σε μια άλλη κοινωνική σχέση να είναι κατώτερος και αντίστροφα. Αν γυρίσουμε πίσω στο 19ο αιώνα θα δούμε άνδρες να ασκούν εξουσία στο πλαίσιο της οικογένειας (πατρική εξουσία, εξουσία πάνω στις συζύγους τους κλπ) σύμφωνα με το οικογενειακό δίκαιο της εποχής. Όμως, οι ίδιοι άνδρες στο χώρο εργασίας, που τότε ήταν το εργοστάσιο, θα υπάγονταν στην αυστηρή εξουσία του εργοδότη βιομήχανοι. Επίσης, ο κατώτερος ενδέχεται να αναπτύξει «αντισταθμιστική εξουσία», όπως οι εργάτες με τον αριθμό τους και μόνο είναι σε θέση με τη συνδικαλιστική οργάνωσή τους να ασκήσουν δύναμη και να επηρεάσουν τις αποφάσεις του εργοδότη. Κεντρικές έννοιες στη συζήτηση αποτελούν οι «προθέσεις» και τα «συμφέροντα», κατά κύριο λόγο του «ανώτερου». Για να θεωρηθεί μια κοινωνική σχέση ως σχέση εξουσίας πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από μια αιτιώδης σχέση επιρροής μεταξύ ατόμων. Ο D. Wrong θεωρεί ότι μια μορφή αιτιώδους επιρροής που αφορά την παραγωγή εμπρόθετων αποτελεσμάτων. Τυπικά, η άσκηση εξουσίας αφορά την εμπρόθετη παρέμβαση σε μια σειρά αιτιωδών αποτελεσμάτων. Μια σχέση εξουσίας αφορά την πρόθεση να παραχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή την επιθυμία να δούμε την επίτευξή του. Ας δούμε, όμως, πώς εννοιολογήθηκε ο όρος «εξουσία» από μια σειρά στοχαστές σε διαφορετικά πλαίσια. Λόγου χάριν, με μια ευρύτερη έννοια του όρου η «εξουσία» είναι το βασικότερο στοιχείο που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από όλα τα άλλα έμβια είδη της φύσης, δηλαδή οι άνθρωποι διαθέτουν την ικανότητα του αυτοκαθορισμού τους. Ο όρος «αυτοκαθορισμός» σημαίνει τον προσδιορισμό από κάθε άνθρωπο των ορίων του και την αυτοτοποθέτησή του στον κόσμο. Παρ’ ό,τι συχνά τα θεωρούμε αντιθετικά φαινόμενα, η εξουσία και η ελευθερία είναι αλληλένδετες. Με μια στενότερη έννοια, ο όρος «εξουσία» αναφέρεται στην ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση, δηλαδή στην ικανότητα των ανθρώπων να στρέψουν την φύση εναντίον του ίδιου της του εαυτού προκειμένου να ικανοποιούνται τα συμφέροντα των ανθρώπων. Η εξουσία, κατ’ αυτή την έννοια, είναι καθολικής εμβέλειας φαινόμενο καθόσον ότι είναι «έμφυτη σε όλους» και «υπάρχει δυνάμει μόνο και μόνο της ίδιας της ύπαρξής της». Σύμφωνα με μία εκδοχή, εξουσία είναι «η ικανότητα να επηρεάζουμε την συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου μέσω κάποιας μορφής κύρωσης» ή αλλιώς «η ικανότητα ενός δρώντος υποκειμένου να επιτύχει τους στόχους του παρά την αντίσταση» ή, ακόμη, «η ικανότητα ατόμων ή ομάδων να πείθουν άλλα άτομα ή ομάδες ή να επηρεάζουν τις πεποιθήσεις ή τις ενέργειές τους». Κατά τον Μαξ Βέμπερ ως δύναμη μπορούμε να ορίσουμε την «πιθανότητα που έχει ένα πρόσωπο που έχει ένα πρόσωπο που δρα στα πλαίσια μιας κοινωνικής σχέσης, να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τη θέλησή του, ανεξάρτητα από την αντίσταση που τυχόν θα συναντήσει, όποια κι αν είναι η θεμελίωση της πιθανότητας αυτής (…) Οποιαδήποτε προσωπική ικανότητα και οποιοσδήποτε συνδυασμός συνθηκών μπορεί να επιτρέψει σε ένα άτομο να επιβάλει τη θέλησή του σε μια συγκεκριμένη κατάσταση.» Τα «συστήματα εξουσίας» διακρίνονται ως προς τη μορφή δύναμης που ασκούν και ως προς τη μορφή της υποταγής επιφέρουν ή διασφαλίζουν. Μορφές δύναμης Α. Οικονομική δύναμη Β. Πολιτική δύναμη Γ. Ιδεολογική δύναμη Μορφές υποταγής Α. Παθητική υποταγή Β. Ιδιοτελής υποταγή Γ. Απόλυτα οικειοθελής υποταγή. Ο Βέμπερ τόνισε, επίσης, ότι «η πολιτική για μας σημαίνει την επιδίωξη να συμμετέχει κανείς στην άσκηση δύναμης (macht) ή να επηρεάσει την κατανομή της δύναμης είτε μεταξύ κρατών είτε μεταξύ κοινωνικών ομάδων εντός ενός κράτους. (…) Όταν λέμε ότι ένα ερώτημα είναι πολιτικό…ή ότι μια απόφαση καθορίζεται ‘πολιτικά’, αυτό που εννοούμε είναι ότι συμφέροντα που αφορούν στην κατανομή, στη διατήρηση ή στη μεταβίβαση της δύναμης είναι αυτά που αποφασίζουν τι απάντηση θα δοθεί στο ερώτημα αυτό ή που καθορίζουν τη συγκεκριμένη απόφαση.» Στο έργο των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς η έννοια της εξουσίας έχει κυρίως πολιτική και οικονομική διάσταση. Στην πιο σαφή έκφρασή της στο έργο τους ως εξουσία ορίζεται «η επιβολή της θέλησης ενός πάνω στην δίκη μας, επιπρόσθετα η εξουσία προϋποθέτει την υποταγή». Το ερώτημα που τίθεται για το υποταγμένο μέρος της σχέσης που θεωρείται το προλεταριάτο είναι «να εξακριβώσουμε αν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από αυτήν , με δοσμένες τις συνθήκες της υπάρχουσας κοινωνίας, αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο η εξουσία δεν θα έχει κανένα σκοπό και κατά συνέπεια θα εξαφανιστεί.». Επιπλέον, απαντώντας στους «αντιεξουσιαστές» της εποχής του, ο Ενγκελς τονίζει και αναρωτιέται: «Παντού η συνδυασμένη πράξη, η πλοκή διαδικασιών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, εκτοπίζει την ανεξάρτητη δράση από μεμονωμένα άτομα. Αλλά οποιοσδήποτε μιλά για συνδυασμένη πράξη μιλάει για οργάνωση. Είναι δυνατόν να έχεις οργάνωση χωρίς εξουσία;» Η απάντηση που δίνει στο ερώτημα είναι «ότι από τη μια, κάποια εξουσία, ανεξαρτήτως πόσο διαμεσολαβημένη, και από την άλλη μια κάποια υποταγή είναι πράγματα που ανεξαρτήτως όλων των κοινωνικών οργανώσεων επιβάλλονται πάνω μας μαζί με τις υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγουμε και διανέμουμε προϊόντα (…)Η εξουσία και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα που οι σφαίρες του κυμαίνονται μαζί με τις διάφορες φάσεις της ανάπτυξης της κοινωνίας.» Ο τελικός στόχος κατ’ αυτόν είναι οι δημόσιες υποθέσεις να «χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μεταμορφωθούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα συμβάλλουν στα πραγματικά συμφέροντα της κοινωνίας». Όμως, η έννοια της εξουσίας δεν έχει μόνο αυτή τη διάσταση. Η πρώτη διάσταση είναι αυτή που ο St. Lukes θεωρεί ως την «πιο λεπτή» από τις τρεις διαστάσεις της εξουσίας: «Το να έχεις εξουσία είναι το να είσαι ικανός να ξεχωρίζεις από τον κόσμο». Η άσκηση της εξουσίας εξισώνεται με την ικανότητα να υπερισχύσεις έναντι των αντίθετων προτιμήσεων των άλλων ανθρώπων» . Η δισδιάστατη άποψη περί εξουσίας είναι «η κινητοποίηση της προκατάληψης»: η εξουσία ασκείται «με τον έλεγχο της ημερήσιας διάταξης» και «την ανάδειξη μόνο ορισμένων θεμάτων ως σημαντικών» τα οποία, ως εκ τούτου, μπορούν «να τεθούν στη δημόσια συζήτηση.» Τέλος, η τρισδιάστατη άποψη περί εξουσίας ενσωματώνει όλες τις διορατικές σκέψεις των άλλων δύο διαστάσεων αλλά δίνει επιπλέον έμφαση στο ρόλο των πολιτικών συμφερόντων και ασπάζεται τη θέση ότι οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων μπορούν να τροποποιούνται και να διαμορφώνονται με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχονται σε αντίθεση με τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Σ’ αυτές τις απόψεις ήρθε να προστεθεί η άποψη ότι η εξουσία δεν ενοικεί μόνο στους επίσημους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς αλλά είναι μια ιδιότητα που είναι διάχυτη στο πλαίσιο ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων: «…η εξουσία είναι παντού, όχι επειδή αγκαλιάζει τα πάντα, αλλά επειδή προέρχεται από παντού.»

Συνεχίζεται σε επόμενη ανάρτηση……


[1]Βλ. Δεμερτζής Νίκος (1990) «Ουσιώδης αμφισβησιμότητα και θεωρίες περί της εξουσίας», Θεωρία και Κοινωνία. Νο. 3, Δεκέμβριος, Αθήνα: Εκδ. Γνώση, σελ. 23-46.

[2]Στο ίδιο, σελ. 24.

[3]Όπως σημειώνει ο Ν. Δεμερτζής: «Οι έννοιες της κοινωνικής και πολιτικής επιστήμης είναι αναερμηνεύσεις ενός ήδη πολύτροπα βιωμένου και ερμηνευμένου κόσμου», ο.ε.π σελ. 25.

[4]Hobbes Thomas (1989) Λεβιάθαν. Αθήνα: Εκδ. Γνώση.

[5] Wrong David (1979) Power, its Forms, Bases, and Uses. New York: Harper and Row.

[6]Poggi Gianfranco (2001) Forms of Power. Cambridge, UK: Polity Press.

[7]Rosinski Herbert (1965) Power and Human Destiny. New York, NY: Frederick A. Praeger.

[8]Ball A.R. and Peters B.G. (2000) Modern Politics and Government. London: McMillan, σελ.3 4.

[9]Weber M. (1978/1921) Economy and Society. Berkeley: University of California Press. Την ίδια, πάνω-κάτω, σημασία δίνει o Charles Wright Mills, ο οποίος θεωρεί ότι η εξουσία ανήκει σε όλους όσους «είναι ικανοί να πραγματοποιήσουν τη θέλησή τους, ακόμη και παρά την αντίσταση των άλλων». Βλ. Wright Mills C. (1956/2000) The Power Elite. Oxford: Oxford University Press, σελ. 9.

[10]Koontz H. and Weihrich H. (1993) Management. New York: McGraw-Hill Book Co.

[11]Τσαούσης, Δ. (1989) Η κοινωνία του ανθρώπου: Εισαγωγή στην κοινωνιολογία. Αθήνα: Εκδ. Gutenberg, σελ. 470-471. Βλ. Επίσης, Weber, M. (1964) The Theory of Social and Economic Organization. Glencoe, NY: Free Press.

[12]Βλ. Weber, M. (1987) Η πολιτική ως επάγγελμα. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήσης. Βλ. επίσης και Σεραφετινίδου, Μ. (2002) Εισαγωγή στην Πολιτική Κοινωνιολογία. Αθήνα: Εκδ. Gutenberg.

[13]Βλ. Ένγκελς Φ. «Για την εξουσία» στο Tucker Robert (επιμ.) (1978) Marx-Engels Reader. New York: W. W. Norton and Co. http://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1872/giaexoysia.html >

[14]Lukes St. (1986) “Introduction” in Lukes St. (ed.) Power. Oxford: Blackwell

[15]Dahl R. (1961) Who Governs? Democracy and Power in An American City. New Haven, CT: Yale University Press.

[16]Bachrach P. and Baratz M. (1962) “Two faces of power”, American Political Science Review. Vol. 56, σελ. 947-952.

[17]Lukes St. (2007) Εξουσία: μια Ριζοσπαστική Θεώρηση. Αθήνα: Εκδ. Σαββάλας

σελ.

[18]Foucault M. (1981) The History of Sexuality: An Introduction. Harmondsworth: Penguin. [Ελλ.έκδοση: Φουκώ Μ. (1982) Η ιστορία της σεξουαλικότητας, τόμος 1. Αθήνα: Εκδ. Ράππα]

From → Uncategorized

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s