Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ» ΤΗΣ «ΑΥΓΗΣ» ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΚΟΜΜΑ ΜΕ ΑΡΘΡΑ ΤΩΝ ΚΩΣΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, ΕΥΘΥΜΗ ΠΑΠΑΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

03/04/2018

Προϋποθέσεις της συζήτησης για το αριστερό πολιτικό κόμμα: Για ένα «σύγχρονο κόμμα μαζών»

Του Κώστα Ελευθερίου*
Η συζήτηση για το πολιτικό κόμμα βρίσκεται στο επίκεντρο της αριστερής πολιτικής θεωρίας,τόσο της κανονιστικής όσο της εμπειρικής. Ο προβληματισμός για τη μορφή του ιδεώδους πολιτικού υποκειμένου, για τη λογική της κινητοποίησης, για τη φύση του συλλογικού δεσμού που αυτό επιχειρεί να σφυρηλατήσει, για τα μέσα και τους σκοπούς μιας αριστερής πολιτικής οργάνωσης, εκπληρώνει εν πολλοίς και το αίτημα της σύνδεσης της θεωρίας με την πράξη. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι αντιμαχόμενες απόψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς είναι θέσεις για το ζήτημα της εξουσίας, για το πώς αυτή κατακτιέται και ασκείται αλλά και για το πώς αμφισβητείται. Στο πλαίσιο αυτό, στόχος του παρόντος σημειώματος είναι να προτείνει κάποιες μεθοδολογικές αρχές και να διερευνήσει κάποιες προϋποθέσεις για ένα συλλογικό στοχασμό σε σχέση με το πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή το πολιτικό κόμμα. Αναφερόμαστε στο πολιτικό κόμμα διότι, ακόμη και με την απαξίωση που αυτό υφίσταται στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά και την κινηματική μεταφυσική που διαπνέει τη σκέψη πολλών εκδοχών της σύγχρονης Αριστεράς, εξακολουθεί να είναι ο θεσμός εκείνος που διασφαλίζει τη σύνδεση της κοινωνίας με την πολιτική, ο εγγενώς ανατρεπτικός και επαναστατικός θεσμός που οργανώνει τα κοινωνικά αιτήματα σε πολιτικέςκαι άρα ο προνομιακός φορέας προώθησης ενός σχεδίου κοινωνικού μετασχηματισμού ως προγράμματος εξουσίας. Σε συνάφεια, λοιπόν, με την παράδοση της θεωρίας των κομμάτων θα αναφερθούμε στην ανάγκη ανάπτυξης ενός «σύγχρονου κόμματος μαζών», η λογική του οποίου, κατά τη γνώμη μας, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για ένα νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς.
Καταρχάς, τρεις είναι οι θεματικές, τις οποίες πρέπει να συνυπολογίσουμε σε σχέση με το πολιτικό κόμμα της Αριστεράς στον 21ο αιώνα. Η πρώτη θεματική αφορά το μοντέλο κινητοποίησης του κόμματος της Αριστεράς. Εκ των πραγμάτων αυτό προϋποθέτει μια καλή γνώση και αποτίμηση του αναπτυσσόμενου καταμερισμού εργασίας, τις αντιθέσεις που αυτός παράγει, τους όρους πρόσβασης των μελών της κοινωνίας στη γνώση και την πληροφορία, τις μορφές επικοινωνίας που επικρατούν σε ένα δεδομένο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο. Η κομματική οργάνωση στη βάση της πρέπει να προσαρμόσει τη σκευή της στις συνθήκες που επικρατούν, ωστόσο για ένα κόμμα της Αριστεράς στόχος είναι να λειτουργήσει ανατρεπτικά, να αμφισβητήσει δηλαδή τις διαμορφούμενες συνθήκες στο κοινωνικό πεδίο. Η δεύτερη θεματική αφορά την εσωκομματική δημοκρατία. Ποιο θα πρέπει να είναι το μοντέλο οργάνωσης της εσωκομματικής πολιτικής; Από ποιες αρχές θα διέπονται οι σχέσεις ανάμεσα στα μέρη του κόμματος; Ποιος πρέπει να είναι ο εσωκομματικός τόπος της λήψης των αποφάσεων; Με ποιους τρόπους θα διασφαλίζεται η συμμετοχή των μελών και η ουσιαστική εμπλοκή τους στην εσωκομματική ζωή; Η εσωκομματική δημοκρατία είναι κεντρικό επίδικο και για έναν ακόμα λόγο: ο τρόπος λειτουργίας ενός κόμματος στο εσωτερικό του προοικονομεί και τον τρόπο διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας, είτε με την έννοια της προετοιμασίας είτε με την έννοια της προ-διαμόρφωσης αρχών διακυβέρνησης που θα κατοχυρώνουν μια διακριτή σχέση του κόμματος με την κυβέρνηση. Τέλος το θέμα της εξουσίας και τα διλήμματα που θέτει (εντός/εκτός καπιταλισμού, επαναστατική/μη επαναστατική κ.λπ.) δημιουργούν και μία ακόμα θεωρητική προϋπόθεση: ποια είναι η θεωρία του αριστερού πολιτικού υποκειμένου για το κράτος -κάτι που συνδέεται με την προηγούμενη θεματική.
Στην ιστορία του κομματικού φαινομένου η αριστερή πολιτική μορφή αναδύθηκε διαμέσου του τύπου του «κόμματος μαζών», τον οποίο εισηγήθηκαν τα πρώτα μαζικά εργατικά κόμματα στα τέλη του 19ου αιώνα. Η έννοια του «κόμματος μαζών», έτσι όπως μας την κληροδότησε ο εμβληματικός γάλλος πολιτικός επιστήμονας Μωρίς Ντιβερζέ, αντιστοιχεί στην ιστορική στιγμή διεύρυνσης του εκλογικού δικαιώματος στις εργατικές – λαϊκές τάξεις, στη διαμόρφωση δηλαδή της μαζικής δημοκρατίας και στη διεκδίκηση από πλευράς εργατικής τάξης μιας πολιτικής εκπροσώπησης που οδηγούσε υπό προϋποθέσεις στην άνοδο στην εξουσία διαμέσου ενός εργατικού κόμματος. Το «κόμμα μαζών» ήταν το μέσο για την ένταξη της εργατικής τάξης στη δημοκρατική πολιτική και ταυτόχρονα ο τόπος στον οποίο διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και προώθηση ενός αριστερού προγράμματος εξουσίας. Επιπλέον, με όρους εκλογικής κινητοποίησης, το «κόμμα μαζών» αναδείχθηκε στην πλέον επιτυχημένη πολιτική οργάνωση μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, επηρεάζοντας την οργανωτική πολιτική και των κομμάτων της Δεξιάς. Τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά του «κόμματος μαζών» συνιστούν και το ρεπερτόριο δράσης των κομμάτων της Αριστεράς μέχρι και σήμερα: μαζική στρατολόγηση μελών και κινητοποίησή τους ανάμεσα και στη διάρκεια των εκλογών· ίδρυση τοπικών οργανώσεων σε όλη την επικράτεια· διαδικασίες πολιτικής εκπαίδευσης για στελέχη και μέλη·δημιουργία ενός δικτύου παράλληλων οργανώσεων που κάλυπταν το σύνολο της κοινωνικής ζωής και ενεργοποιούσαν συλλογικά την εργατική τάξη. Οι βασικές απόψεις για τις τρεις προαναφερόμενες θεματικές διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο και με αναφορά στο «κόμμα μαζών».
Σε αυτό το σημείωμα αναφερόμαστε στην ανάγκη ανάπτυξης ενός«σύγχρονου κόμματος μαζών». Προφανώς δεν μιλάμε για την επανάκαμψη της μορφής του «κόμματος μαζών», διότι αυτή αντιστοιχούσε σε μια άλλη κοινωνικό-οικονομική συνθήκη η οποία έχει παρέλθει δια παντός. Ωστόσο η λογική πίσω από τη συγκρότηση του κόμματος μαζών εξακολουθεί να είναι επίκαιρη για τρεις λόγους. Ο ένας λόγος είναι ότι ο αυξανόμενος πολιτικός κυνισμός και η πολιτική αποστράτευση των τελευταίων δεκαετιών -που εντάθηκε στην περίοδο της κρίσης- υποδεικνύει την ανάγκη επανενεργοποίησης της κοινωνίας στην κατεύθυνση της αναζωογόνησης της δημοκρατικής διαδικασίας. Δεδομένου ότι οι κυρίαρχες αντιλήψεις για την επανενεργοποίηση των πολιτών εξαντλούνται σε εξατομικευτικές απευθύνσεις, είναι αναγκαίο να επανέλθει στο προσκήνιο η μαζική πολιτική των συλλογικοτήτων. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η ρητορική αλλά και η πρακτική διάσταση του αντιπροσωπευτικού – δημοκρατικού και του αμεσοδημοκρατικού προτάγματος που υπάρχει στο λόγο πολλών εκδοχών της σύνολης Αριστεράς, που ενίοτε μεταφράζεται και σε αντίθεση κόμματος – κινήματος,είναι αδιέξοδες διότι «χαρίζουν» την υπεράσπιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας -η εδραίωση και η διεύρυνση της οποίας είναι καταρχήν κατάκτηση των αγώνων του λαϊκού κινήματος- στον πολιτικό αντίπαλο. Είναι εφικτός ο συνδυασμός αντιπροσωπευτικών και αμεσοδημοκρατικών λογικών, που θα ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες κομματικές λειτουργίες, στο πλαίσιο μιας κομματικής δομής, η οποία μπορεί ιδανικά να στηρίξει τέτοια εγχειρήματα. Ο τρίτος λόγος είναι ότι σε μια εποχή απο-ιδεολογικοποίησης και κερματισμένης πληροφόρησης είναι αναγκαίο το κόμμα να ανακτήσει τον ρόλο του ως εκπαιδευτικός μηχανισμός, ως φορέας καλλιέργειας και ενδυνάμωσης της πολιτικής παιδείας, η οποία εν τέλει είναι και δημοκρατική παιδεία.
Όλα τα παραπάνω θα μπορούν να ισχύσουν και για τα περισσότερα κόμματα, ασχέτως ιδεολογικής αναφοράς (εξαιρείται προφανώς η ακροδεξιά). Η ειδοποιός διαφορά που οριοθετεί τη συζήτηση για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς αφορά τη συλλογική δέσμευση προς την κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός, ως συλλογικό αίτημα και ως σχέδιο, πρέπει να διαπερνά τις οργανωτικές στρατηγικές και τα εγχειρήματα της ανασύνταξης, πρέπει να είναι η διαρκής και μόνιμη επιδίωξη που κανοναρχεί τη δράση του πολιτικού υποκείμενου. Η εμπειρία της κυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης για τις δυνάμεις της Αριστεράς παρέχουν εκ των πραγμάτων μια πολύτιμη εμπειρική ύλη για τις απαιτήσεις ενός νέου πολιτικού υποκειμένου στον 21ο αιώνα. Το θέμα είναι αυτή η εμπειρική ύλη να μην θεωρητικοποιείται αβασάνιστα. Να μη θεωρείται, για παράδειγμα, η λογική του κράτους ο μόνος τρόπος κατανόησης ενός εγχειρήματος κυβερνώσας Αριστεράς. Ο συλλογικός στοχασμός για το πολιτικό υποκείμενο, αλλά ακόμα και ο πειραματισμός γύρω από την (ανα)συγκρότησή του αφορά και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, σχετίζεται με τη μακροημέρευση του όποιου αριστερού εγχειρήματος και προϋποθέτει και κάποια αποστασιοποίηση της σκέψης. Χρειάζεται ο κοινωνικός μετασχηματισμός ως ιδεολογική πλαισίωση αλλά και ως όρος οργάνωσης και δράσης του πολιτικού υποκειμένου να διατηρεί την αξιακή του αυτοτέλεια και να μην υποβιβάζεται σε μια μη ρεαλιστική ή ρομαντική στόχευση.
http://www.avgi.gr/article/10811/8812117/proupotheseis-tes-syzeteses-gia-to-aristero-politiko-komma-gia-ena-synchrono-komma-mazon-

*Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης


keep-left-arrow-sign-x-r4-8a

 

Για το αριστερό κόμμα της εποχής μας

Του Θανάση Τσακίρη*
Η αριστερή ιδεολογία και πολιτική υποστηρίζει την κοινωνική ισότητα και αντιμάχεται την εκάστοτε καθεστηκυία κοινωνική ιεραρχία. Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής η βασική αντίθεση είναι αυτή μεταξύ κεφαλαίου και της εργασίας. H Αριστερά, όμως, δεν μένει στην βασική αντίθεση. Η θεματολογία της περιλαμβάνει την αντίθεση μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου και στο πλαίσιο αυτό αγωνίζεται για την χειραφέτηση κάθε είδους καταπιεσμένων κοινωνικών τάξεων και ομάδων,οι οποίες υποφέρουν από αδικαιολόγητες ανισότητες που πρέπει να μετριαστούν ή να εξαλειφθούν.
Για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται «οργάνωση», δηλαδή μια οντότητα που αποτελείται από πολλούς ανθρώπους, έχει έναν συλλογικό στόχο και συνδέεται με ένα εξωτερικό πλαίσιο. Η αριστερή οργάνωση μπορεί να είναι απολύτως αυτόνομη, αλλά μπορεί να είναι μέρος μιας ευρύτερης οντότητας. Ο όρος «αριστερά» μπορεί επίσης να αναφέρεται στοριζοσπαστικό, μεταρρυθμιστικό ή σοσιαλιστικό τμήμα ενός πολιτικού κόμματος. Ο όρος εφαρμόστηκε στο ρεπουμπλικανικό κίνημα κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 18ου αιώνα, ακολουθούμενη από το σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό και τη σοσιαλδημοκρατία το 19ο και τον 20ό αιώνα.
Σε γενικές γραμμές, η δράση των κοινωνικών κινημάτων έχει αριστερά χαρακτηριστικά στο βαθμό που αγωνίζονται για την ανατροπή και κατάργηση των πηγών της καταπίεσης, όπως στις περιπτώσεις των κινημάτων για τα πολιτικά δικαιώματα, τα εργατικά δικαιώματα, την εθνική ανεξαρτησία, το φεμινισμό, την ειρήνη και τον αντιμιλιταρισμό, το περιβάλλον και την οικολογία. Από τα κινήματα αυτά δημιουργήθηκε ένα ευρύ φάσμα κομμάτων όπως το Εργατικό Κόμμα ή τα πράσινα κινηματικά κόμματα (movementparties)1. OΛένιν στις συνθήκες της Τσαρικής Ρωσίας καθιέρωσε το «κόμμα νέου τύπου». Η λογική πάνω στην οποία συγκροτείται είναι η«ατσαλένια πειθαρχία» του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»της κάστας των «επαγγελματιών επαναστατών»και της ενιαίας εμφάνισης προς τα έξω. Αυτό οδηγεί στη λογική του «ό,τι πει το κόμμα»και στη φίμωση των μελών και κατ’ επέκταση της κοινωνίας.
Η πολιτική που ακολούθησαν τα κόμματα της Αριστεράς όταν βρέθηκαν στην κυβέρνηση, είτε με εκλογές είτε με επανάσταση, είχε θετικά αλλά και πολλά αρνητικά αποτελέσματα. Μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο τα αριστερά κόμματα κατάφεραν να συμβάλουν στη διαμόρφωση των δομών του κράτους πρόνοιας τις οποίες διαλύει η νεοφιλελεύθερη πολιτική των δεξιών κομμάτων, καθώς και πολλών σοσιαλδημοκρατικών (αυτά πληρώνουν το «εκλογικό μάρμαρο»). Αυτές οι δύο κομματικές οικογένειες οικοδόμησαν ένα σύστημα «καρτέλ» για την διαιώνιση της κυριαρχίας τους2. Από την άλλη, η Αριστερά της σοβιετικής εκδοχής οικοδόμησε ένα αυταρχικό μονοκομματικό κρατικο-καπιταλιστικό σύστημα που καθήλωσε σε λήθαργο τους πολίτες. Το καθεστώς αυτό κατέρρευσε σε μια νύχτα και μεταλλάχθηκε εξαφανίζοντας κάθε ίχνος Αριστεράς. Έτσι, παρά το «ένδοξο παρελθόν» της, η Αριστερά γίνεται κι αυτή μέρος της Κρίσης της Πολιτικής και των Κομμάτων3.
Βέβαια, το ζήτημα της κρίσης των κομμάτων είχε αρχίσει να τίθεται στην ημερήσια διάταξη της πολιτικο-θεωρητικής συζήτησης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Αφορά την κατάπτωση των ίδιων των πολιτικών κομμάτων που εξακολουθούν να δρουν αποκλειστικά στο επίπεδο του εκλογικού συστήματος και του κοινοβουλευτισμού, σε ένα επίπεδο επομένως που δεν είναι πια δυνατό να σχηματιστεί, να εκπροσωπηθεί και να ασκηθεί μία συλλογική θέληση που αναφέρεται σε θέματα αρχών. Οι πολίτες αποσύρονται μαζικά από τα κόμματα στην Ελλάδα και διεθνώς, οι δε νέοι αρνούνται να στρατευτούν σε αυτά κι επιλέγουν άλλες πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η παλιά Αριστερά ακολούθησε την ίδια διαδρομή με την διαφορά ότι στα μπαγκάζια της είχε κρυμμένο το σκελετό του νεκρού «υπαρκτού σοσιαλισμού» (σταλινικού και σοσιαλδημοκρατικού). Οι πρόσφατες εκλογές της Ιταλίας απέδειξαν του λόγου το αληθές.
Η Αριστερά για να έχει λόγο ύπαρξης οφείλει να επαναθεμελιώνει τον πολιτικό λόγο της και την ταυτότητά της μέσα από την ριζική αναθεώρηση -και να μην ντρέπεται γι’ αυτό- των ιδεών και αντιλήψεων που καθήλωναν επί δεκαετίες το ριζοσπαστισμό των λαϊκών μαζών και παρέλυαν τα κοινωνικά κινήματα. Πρέπει να καταλάβει ότι τα κινήματα έχουν το δικό τους χαρακτήρα. Το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν είναι αυτό του αλάθητου και αδιαμφισβήτητου ομαδικού ελιτιστή, οργανωτή και διαχειριστή της αλήθειας,ή του αρχηγού. Αντιθέτως, είναι το κόμμα που συντονίζει τους αγώνες των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων που επιδιώκουν να ασκήσουν πολιτικές οι οποίες θα είναι στον αντίποδα των συντηρητικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αυτές οι πολιτικές, πάντοτε έχοντας υπόψη τη συγκεκριμένη συγκυρία και το συσχετισμό δυνάμεων, πρέπει να διέπονται από τις βασικές αρχές της Αριστεράς: ισότητα, αλληλεγγύη και άμεση δημοκρατία (συνδεδεμένη με στοιχεία της αντιπροσωπευτικής).
Με άλλα λόγια, η Αριστερά πρέπει να παίξει το εξής στοίχημα: υπέρβαση της κρίσης των κομμάτων μέσα από την αναθεώρηση των βασικών αρχών του κοινοβουλευτικού συστήματος και των κομμάτων προς την κατεύθυνση της άρθρωσης ενός εναλλακτικού λόγου και της διεύρυνσης των κοινωνικών ορίων τους ή υποταγή στους κανόνες ενός παιχνιδιού που συνεχώς απορρυθμίζεται χωρίς να προβλέπεται διέξοδος.
* Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης

1 Herbert Kitschelt(2006) “Movement Parties” in Richard S. Katz & William Crotty (ed.) Handbook of Party Politics. London: Sage, σελ. 278-90 http://sk.sagepub.com/reference/hdbk_partypol/n24.xml
2 Katz R. and M. Mair (1995) “Changing Models of Party Organization and Party Democracy: The Emergence of the Cartel Party”. Party Politics, No.1, σσ. 5-28.
3 ΘανάσηςΤσακίρης (2009) «Η κρίση, τα κόμματα και η Αριστερά στους αμμόλιθους» στο Μιχάλης Σπουρδαλάκης (επιμ.), Εντός Εποχής, Τεύχος 43, 29/3 https://entosepoxhs.wordpress.com/2009/03/


ΣΥΡΙΖΑ: Τα βαρίδια της ηγεσίας, των ενδιάμεσων στελεχών, των μελών

Του Δημήτρη Παπανικολόπουλου*

Κόμμα μάχης ή κόμμα παραγωγής πολιτικής; Κόμμα ανοιχτό ή κλειστό; Κόμμα γερασμένο ή κόμμα νεανικό; Κόμμα αρχηγικό ή κόμμα μελών; Κόμμα με αποφασιστικό ή υποστηρικτικό ρόλο; Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις με πειστικό τρόπο είναι γιατί έχει βαρίδια που δεν του επιτρέπουν να πραγματοποιήσει ούτε καν τις συλλογικά εκπεφρασμένες επιθυμίες του. Άλλα βαραίνουν την ηγεσία, άλλα το ενδιάμεσο στελεχιακό δυναμικό και άλλα τα μέλη.

Τα βαρίδια των μελών
Ένα ολιγομελές κόμμα θέλει να είναι ταυτόχρονα και κόμμα μάχης και κόμμα παραγωγής πολιτικής. Δε γίνεται. Στο τέλος δε θα κάνει τίποτα από τα δύο. Ένα μεγάλο κομμάτι των μελών ήδη δουλεύει για την κυβέρνηση, ενώ συνολικά το κόμμα είναι γερασμένο και μοιάζει με σύναξη παλαιών πολεμιστών παρά ετοιμοπόλεμων οπλιτών/πολιτών. Πώς θα γίνει η μάχη; Από την άλλη, ο κόσμος της αριστεράς διαθέτει ακόμα ισχυρά εξαρτημένα αντιπολιτευτικά αντανακλαστικά και δυσκολεύεται να εστιάσει στις μέριμνες, τις πειθαρχίες και τα κόστη που απαιτεί αντικειμενικά η διακυβέρνηση. Είναι σαφές πλέον ότι δεν φτάνει το μαγικό ραβδί της πολιτικής βούλησης για να γίνονται τα πράγματα αποτελεσματικά, γρήγορα και χωρίς λάθη. Αλλά, όταν έχουμε μπροστά μας ένα μείζον ερώτημα, μια μεγάλη πρόκληση, τα περισσότερα μέλη έχουν την τάση να απευθύνουν στην ηγεσία μια υπενθύμιση, μια ανησυχία και μια προειδοποίηση, αντί οποιασδήποτε απάντησης. Πώς θα παραχθεί έτσι αριστερή πολιτική;
Από τη μια, λοιπόν, έχουμε ανθρωπότυπους που παράγουν οι εμπεδωμένες στην αριστερά νοοτροπίες, συνήθειες και πρακτικές, και δυσχεραίνουν τη μετάβαση από το φαντασιακό της αρνητικής αντίστασης στο φαντασιακό του θετικού μετασχηματισμού και από τη ρουτίνα των χαμηλού ανθρώπινου κόστους εφήμερων κινητοποιήσεων στη μακροχρόνια δέσμευση σημαντικών ανθρώπινων πόρων για μη ηρωικά εγχειρήματα. Από την άλλη, έχουμε την αδυναμία ενός γερασμένου και ολιγομελούς κόμματος, που βρίσκεται συνεχώς σε απολογία και γι’ αυτό αδυνατεί να ξανακερδίσει το ρόλο του μέσα στο κίνημα, ανάμεσα στα άλλα κόμματα και οργανώσεις μάχης που μοιάζουν πλέον πιο αυθεντικά. Όταν όμως τα μέλη δεν θέλουν ουσιαστικά να παράγουν πολιτική με μέριμνες, πειθαρχίες και κόστη, αλλά ούτε μπορούν να παίξουν τον αντιπολιτευτικό ρόλο που ξέρουν (μιας και η αντιπολίτευση του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι πάντα καθυστερημένη, θεματική και ήπια και γι’ αυτό προκαλεί θυμηδία στην κοινωνία), δια της διολισθήσεως και της αδράνειας περιορίζονται σε ρόλο θεατή που πότε επιδοκιμάζει και πότε αποδοκιμάζει, αλλά πάντα αναθέτει.

Τα βαρίδια των ενδιάμεσων στελεχών
Ένα κόμμα γερασμένο και κλειστό θέλει να είναι κόμμα νεανικό και ανοιχτό. Πριν προσπαθήσουμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο, ας δούμε μερικά βασικά πράγματα. Ζούμε σε μια εποχή που το κύριο πολιτικό χαρακτηριστικό της παγκοσμίως είναι η κρίση αντιπροσώπευσης. Το διαδίκτυο και οι νέες μορφές επικοινωνίας έχουν ήδη καταστήσει τη διαμεσολάβηση περιττή και μη επιθυμητή. Όλοι/ες επικοινωνούν μεταξύ τους, κοινωνικοποιούνται, ενημερώνονται, λένε την άποψή τους, κουβεντιάζουν (ή και ψηφίζουν ακόμα) αδιαμεσολάβητα, χωρίς να υφίστανται ούτε τις χρονοβόρες και βαρετές διαδικασίες των πολιτικών οργανώσεων ούτε τις τυπικές και άτυπες ιεραρχίες τους που τους καθιστούν μέλη δεύτερης κατηγορίας. Ο κόσμος του ιντερνετικού καφενείου βιώνεται ως μια απελευθερωτική εμπειρία, ύστερα από την οποία κανείς και καμιά δε θέλει να επιστρέψει στις ελεγχόμενες διαδικασίες των κομματικών ή πολιτικών οργανώσεων, όπου η φωνή τους χάνεται και ποτέ δεν φτάνει στο στόχο της, παρά μόνο ως αίσθηση ενός ενδιάμεσου στελέχους.
Εδώ ίσως είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση. Οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούν στον ίδιο βαθμό όλες τις ηλικίες. Αφορούν βασικά τις νέες γενιές και τα δυναμικά στρώματα της κοινωνίας. Αυτά δηλαδή που εξασφάλισαν το εκλογικό εκτόπισμα του ΣΥΡΙΖΑ, που σήκωσαν το βάρος της αντιπληροφόρησης στον ακήρυχτο πόλεμο της ενημέρωσης μεταξύ socialmedia και massmedia (κανάλια, εφημερίδες), που βοήθησαν το ΣΥΡΙΖΑ να μετατρέψει την κινηματική του συνέπεια σε εκλογική νίκη, που αποτελούν την καλή έξωθεν μαρτυρία της χώρας και τη δυνατότητά της να ανασυγκροτηθεί παραγωγικά. Παρόλα αυτά στα ενδιάμεσα σώματα του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχούν συντριπτικά οι μεγάλες ηλικίες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται το παράδοξο που έχω υποδείξει και πριν τις εκλογές του Γενάρη 2015: «ψηφίζειν μέχρι τα 40, ψηφίζεσθαι από κει και πάνω» (με εξαιρέσεις φυσικά). Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν κάποιοι και κάποιες ότι σε περίοδο γενικευμένης κρίσης αντιπροσώπευσης αυτό το κόμμα μπορεί να μετατραπεί σε νεανικό και ανοιχτό; Όσο ηγούνται οι παλιές γενιές και παίρνουν αποφάσεις για τις νέες γενιές, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει την τύχη του συνδικαλιστικού κινήματος, όπου οι παλιότεροι εργαζόμενοι καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000 καταδίκασαν τις νέες γενιές εργαζομένων να υποστούν τις επιπτώσεις από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις για να γλυτώσουν οι ίδιες από αυτή τη μέγγενη.
Κρίση αντιπροσώπευσης την εποχή του διαδικτύου δε σημαίνει λοιπόν ότι δε θέλω αυτόν για αντιπρόσωπο αλλά θέλω αυτήν. Σημαίνει ότι δε θέλω να με αντιπροσωπεύει κανένας. Θέλω να συμμετέχω αυτοπροσώπως σε οριζόντιες δομές. Η οριζοντιότητα, όμως, έπαψε να αποτελεί μέριμνα για το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο το γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα εμφανή αιτήματα των κινημάτων και των νέων ανθρώπων της εποχής μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει στις παλιές και γνώριμες οργανωτικές μορφές, γνώριμες στους παλιούς και γνώριμους. Το παλιό DNA δε φαίνεται να δέχεται επανακωδικοποίηση. Οι αριστεροί/ες σαν άτομα, ειδικά οι νέοι και οι νέες, επικοινωνούν με άλλους κώδικες πλέον, τη στιγμή που οι πολιτικοί τους φορείς εμμένουν σε πείσμα των καιρών στους παλιούς.
Έγραφα παλιότερα, με αφορμή την αποτυχία της δημοκρατικής επανάστασης στην Αίγυπτο, ότι δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς δημοκράτες. Ομοίως στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υπάρξει καμιά ανανέωση, όταν στριμώχνεται τόσος κόσμος στην επετηρίδα για να γίνει κάποια στιγμή κομισάριος. Όταν όλοι οι παλιοί μαζεύονται για να πουν ότι χρειάζεται ανανέωση, δεν έχει καμία σημασία τι λένε, μιας και λείπουν όλοι/ες όσοι/ες θα μπορούσαν να την πραγματοποιήσουν αυτή την αλλαγή. «Τα γέρικα σκυλιά δε μαθαίνουν καινούργια κόλπα». Τα λόγια αυτά μπορεί να είναι σκληρά (ίσως και άδικα για κάποιους/ες), όμως θεωρώ πως κουβαλούν την αίσθηση του κατεπείγοντος.
Ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας», διατυπωμένος εδώ και 100 χρόνια από τον Robert Michels, ακόμα ταλανίζει τα μαζικά κόμματα και τις οργανώσεις. Πάρα πολλοί από αυτούς/ές που αποκτούν θέσεις φροντίζουν να αναπαράγονται ως στελέχη και να αναπαράγουν μηχανισμούς για να αναπαράγονται και αυτοί, μέχρι να μην μπορούν να ζήσουν μακριά από αυτές τις θέσεις. Και γίνονται γραφικοί/ες, όταν μιλούν για ένα ανοιχτό και ανανεωμένο κόμμα, ενώ την ίδια στιγμή φροντίζουν να μην αφήνουν ζωτικό χώρο για άλλους/ες, λειτουργώντας σα θυροφύλακες που κάνουν facecontrol, απωθώντας αυτούς που θα έπρεπε να προσπαθούν να προσελκύσουν και αναπαράγοντας την κρίση αντιπροσώπευσης. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται σαφές γιατί οι δομές διαβούλευσης με την κοινωνία και η χρήση των θεματικών δικτύων δεν μπορούν να προωθηθούν χωρίς δυσκολίες: γιατί απλούστατα θα μπορούσαν να αλλάξουν το συσχετισμό δύναμης μεταξύ οργανωμένων και ανοργάνωτων, νέων και παλιών. Γι’ αυτό και επιχειρείται η συνάντηση με το «πραγματικό» κόμμα, τους εκατοντάδες χιλιάδες δραστήριους προοδευτικούς Έλληνες και Ελληνίδες που θέλουν ν’ αλλάξουν τα πράγματα, μόνο μέσα από ασύνδετες πρωτοβουλίες σε κυβερνητικό επίπεδο.

Τα βαρίδια της ηγεσίας
Ένα κόμμα που θέλει να είναι κόμμα των μελών του κάνει όλο και πιο ευδιάκριτα βήματα προς τη μετατροπή του σε αρχηγικό κόμμα. Ένα κόμμα που διεκδικεί αποφασιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας κάνει όλο και πιο αποφασιστικές αναδιπλώσεις σε ρόλους υποστηρικτικούς και συμπληρωματικούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, το κόμμα δε λειτούργησε με τη δικαιολογία (από την πλευρά της ηγεσίας) ότι αφενός δεν υπήρχε χρόνος λόγω έκτακτων συνθηκών και αφετέρου η διάσταση μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης θα τορπίλιζε τις προσπάθειες της ελληνικής πλευράς. Αυτή είναι η γενικότερη δικαιολογία.
Προσωπικά συμμερίζομαι τις εν λόγω αιτιάσεις. Ωστόσο, ανακύπτουν ορισμένες απορίες. Πότε πρέπει να παρέμβει το κόμμα, αν όχι στις κρίσιμες καταστάσεις; Στα δευτερεύοντα ζητήματα; Πότε θα πάψουν να είναι οι συνθήκες έκτακτες, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε κρίση και μετάβαση; Ποτέ; Αφήνω δε ασχολίαστη την έξη κάθε ηγεσίας να ισχυρίζεται ότι οι συνθήκες είναι έκτακτες και δεν υπάρχει χρόνος, προκειμένου να αποφασίζει χωρίς δημοκρατική διαβούλευση. Μένω απλώς στο προφανές: εάν ισχυριστούμε όσα οι ηγεσίες συνηθίζουν να ισχυρίζονται για το χρόνο και τις συνθήκες, δεν μένει πρακτικά κανένας σημαντικός ρόλος για το κόμμα, ούτε τώρα ούτε ποτέ. Έτσι φτάνουμε να παραιτούμαστε ακόμα και από το «ο λαός οδηγεί τους οδηγητές του» (Michelet). Και μη χειρότερα, θα μου πείτε: «ο λαός είναι μεν κυρίαρχος, αλλά όχι και αλάνθαστος» (Γεώργιος Παπανδρέου, και όχι μόνο αυτός). Όταν η ηγεσία δεν αλλάζει τις αποφάσεις της ακόμα και όταν τα μέλη της το υποδεικνύουν, αλλά τα μέλη οφείλουν να αλλάζουν τις αποφάσεις τους, όταν τους το υποδεικνύει η ηγεσία (γιατί δεν κατάλαβαν), τότε το κόμμα λέγεται «αρχηγικό», όχι «κόμμα μελών». Και δεν προσελκύει μέλη, αλλά κλακαδόρους του αρχηγού.
Ο καθένας λοιπόν έχει τις δικές του ευθύνες. Ξεκίνησα από τη βάση, προχώρησα στα ενδιάμεσα σώματα και κατέληξα στην ηγεσία. Οι πρωτοβουλίες όμως για αλλαγή μπορούν να ξεκινήσουν από οπουδήποτε και να συναντηθούν στη συνέχεια. Αρκεί απλώς να εγκαταλείψουμε αυτό που στην κοινωνική ψυχολογία ονομάζουμε «θεμελιώδες σφάλμα»: τα σωστά οφείλονται σε μένα και τα λάθη στους άλλους/ες.

* Δρ. Πολιτικής Επιστήμης


 

Ερωτήματα από το παρελθόν και (υπο)θέσεις για το μέλλον ενός ριζοσπαστικού κόμματος της Αριστεράς
Του Ευθύμη Παπαβλασόπουλου*

Το δυσκολότερο ίσως εγχείρημα σήμερα για έναν αριστερό είναι να σκεφτεί θετικά και αισιόδοξα το μέλλον της Αριστεράς. Καθώς αναλογίζομαι την ιστορική διαδρομή του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος, δυσκολεύομαι να διακρίνω ανάλογη στιγμή ιδεολογικής υποχώρησης, πολιτικής περιθωριοποίησης και οργανωτικής οστεοποίησης. Και η διαπίστωση αυτή γίνεται αφόρητη στο λυκόφως της ελπίδας που γέννησε η σύντομη άνοιξη του ριζοσπαστισμού των μαζών, που με την ορμή του έβγαλε τα κόμματα της Αριστεράς από το θεσμικό λήθαργο δεκαετιών και έφερε στο προσκήνιο νέες πολιτικές δυνάμεις οι οποίες υποσχέθηκαν «να αλλάξουν τον κόσμο». Η υποχώρηση ή/και η σιωπηρή συνθηκολόγηση ενός πολυεστιακού κινήματος αμφισβήτησης μπροστά στον κυνισμό και τη βαναυσότητα του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού και στην επέλαση της αντιπολιτικής δεν αφήνουν περιθώρια για φιλόδοξα σχέδια.

Τα ζητήματα που θα σχολιάσω απορρέουν από ένα κρίσιμο αλλά ακόμα και σήμερα «τυφλό σημείο» για τη μαρξιστική σκέψη. Αναφέρομαι στην αμφίσημη συνάρθρωση του κόμματος με το κράτος και την κοινωνία, μια πολυσθενή σχέση που προκαλεί θεωρητικές διενέξεις, πολιτικές εντάσεις, οργανωτικές ρήξεις και επώδυνες διαψεύσεις.

Αριστερά και Κοινωνία

Από την εργατική τάξη στην κοινωνία εν γένει

Ξεκινώ με μια αξιωματική παραδοχή: η ιστορική μήτρα της Αριστεράς είναι η κοινωνία. Σε αντίθεση με τα αστικά κόμματα που σχηματίζονται στο εσωτερικό του κράτους και των θεσμών του, η Αριστερά, ως οργανωμένη πολιτική δύναμη, σμιλεύεται στις εστίες των ταξικών ανταγωνισμών και των αξιακών διακυβεύσεων του καπιταλισμού και της αστικής κοινωνίας. Στο βαθμό όμως που τα κόμματα αποτελούν δομές οργάνωσης και πολιτικής εκπροσώπησης κοινωνικών συμμαχιών, το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι ποιες τάξεις και μερίδες εκπροσωπεί η Αριστερά. Στις συνθήκες του βιομηχανικού καπιταλισμού η αναφορά στην εργατική τάξη αποτελούσε προγραμματική σταθερά για τις πολυώνυμες εκδοχές της. Η εργατική Αριστερά (σοσιαλδημοκρατική και κομμουνιστική) βρέθηκε στην εμπροσθοφυλακή των κοινωνικών αγώνων ενθαρρύνοντας δομές αυτοοργάνωσης, διαπλάθοντας την κουλτούρα της συμμετοχής και της συλλογικότητας, μετασχηματίζοντας το διάχυτο ριζοσπαστισμό του εξαθλιωμένου προλεταριάτου σε οργανωμένη πολιτική παρέμβαση. Η ηγεμονική παρουσία της στο κοινωνικό πεδίο, αν και συνέβαλε αποφασιστικά στη βελτίωση της θέσης των υποτελών τάξεων, διολίσθησε σταδιακά σε πρακτικές χειραγώγησης και εργαλειοποίησης, που γραφειοκρατικοποίησαν την πολιτική δράση και καλλιέργησαν το φετιχισμό του κόμματος.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, σε συνθήκες δημοκρατικής σταθερότητας και αύξουσας ευημερίας, το σύνολο σχεδόν των μαζικών αριστερών κόμματων (κατεξοχήν τα σοσιαλδημοκρατικά) φιλοτέχνησαν την πολιτική τους παρουσία απωθώντας αμήχανα το ζήτημα της ταξικής απεύθυνσης. Ανάλογα με τη συγκυρία πολιτεύτηκαν ως εθνικές και υπεύθυνες δυνάμεις και ως πολυσυλλεκτικοί σχηματισμοί που διεκδικούσαν την υποστήριξη και την εκπροσώπηση των «λαϊκών στρωμάτων», «των αδύναμων», ενίοτε και του συνόλου της κοινωνίας, προλειαίνοντας το έδαφος για την εφαρμογή του προγράμματος της κοινωνικής ειρήνης και της κρατικοποίησης της συνείδησης (Ανιόλι).

Κατά τη δεκαετία του 1960, καθώς εμπεδώνεται η κουλτούρα της κατανάλωσης και «θεσμοποιείται η ταξική πάλη», οι κοινωνικές εντάσεις εκδηλώνονται πλέον και σε σχέσεις πέρα από το ανταγωνιστικό δίπολο κεφάλαιο-εργασία, ενώ νεόφυτα υποκείμενα διεκδικούν την προτεραιότητα της «πολιτικής σε πρώτο πρόσωπο». Σε ένα κλίμα έντονου ριζοσπαστισμού και αμφισβήτησης αναδύθηκε μια εναλλακτική Αριστερά (Νέα, ευρωκομουνιστική, Ανανεωτική…), που με τη συνδρομή της κριτικής κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας επιχείρησε να απογαλακτιστεί από τον οικονομισμό και τον αναγωγισμό του σοβιετικού μαρξισμού και να αποδεσμευτεί από τις δουλείες του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού. Στη συνάφεια αυτή αναθεώρησε τις κοινωνικές της αναφορές ενσωματώνοντας τις νέες κρυσταλλώσεις που εξόρυξαν οι λεγόμενες «μεταϋλιστικές τομές» της κοινωνίας της ευημερίας. Η μετατόπιση αυτή και η συνάντηση της Αριστεράς με τα νέα κοινωνικά κινήματα υπήρξε αναμφίβολα γόνιμη: διεύρυνε το πεδίο της πολιτικής, επινόησε νέες μορφές οργάνωσης, εμπλούτισε τα ρεπερτόρια δράσης και απελευθέρωσε φορτία ριζοσπαστισμού.

Η νέα Αριστερά έγινε διαταξική και πληθυντική. Έστρεψε το ενδιαφέρον της σε υποτιμημένες μέχρι τότε περιοχές όπως η ιδεολογία, οι ατομικές ελευθερίες, το περιβάλλον, οι έμφυλες σχέσεις κτλ. Ταυτόχρονα όμως η αποσύνδεση της ιδεολογίας από τις υλικές της βάσεις και η μόλυνση της συλλογικότητας από το μικρόβιο του νέου ατομικισμού των ταυτοτήτων υποβάθμισε τις ταξικές της αιχμές, υπερτονίζοντας τα φιλελεύθερα και πλουραλιστικά στοιχεία της νέας πολιτικής της ταυτότητας. Στο νεόκοπο αφήγημά της ο Μαρξ και ο Γκράμσι ελάχιστα πλέον διέφεραν από τον Τζον Στιούαρτ Μιλλ, τον Τοκβίλ και τον Ρόμπερτ Νταλ.

Η δύσκολη συνήθως συνύπαρξη των δυνάμεων της Αριστεράς με τις συλλογικότητες της «μεταϋλιστικής» κουλτούρας πυροδότησε έντονες αντιδικίες για το αν το κόμμα θα πρέπει να παρεμβαίνει συντονιστικά στη δράση των κινημάτων (Ινγκράο) ή αν αντίθετα οφείλει να σέβεται την αυτονομία τους και να ευνοεί τη διαλεκτική ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις (Πουλαντζάς). Τελικά, τα κόμματα της νέας Αριστεράς συμφιλιώθηκαν εξ ανάγκης με την ιδέα της αυτονομίας.

Στην πραγματικότητα όμως η αναγνώριση της αυτονομίας του κοινωνικού κατέληξε σε ένα σιωπηρό καταμερισμό του πολιτικού έργου, στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου σχεδίου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού με δημοκρατία και ελευθερία: στα κινήματα εκχωρήθηκε η οργάνωση του κοινωνικού πεδίου και η πολιτικοποίηση των νέων αντιθέσεων, ενώ το κόμμα περιορίστηκε στη διαμόρφωση και διαχείριση της πολιτικής ατζέντας και μάλιστα κατεξοχήν στο επίπεδο των κομματικών συμβιβασμών και των θεσμικών διευθετήσεων. Η επιλογή αυτή όχι μόνο δεν γεφύρωσε την απόσταση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, αλλά έθισε την Αριστερά στο θεσμικό φετιχισμό και τον κυβερνητισμό που την απομόνωσαν ακόμη περισσότερο από την κοινωνική της ενδοχώρα.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι σωρευμένες αντιφάσεις του συστήματος κοινωνικής αναπαραγωγής διευθετήθηκαν τελικά από την ηγεμονική λογική του νεοφιλελευθερισμού, που αφόπλισε ή και ενσωμάτωσε την ριζοσπαστική κριτική των δεκαετιών 1960 και 1970.

Από την κοινωνία στο «πλήθος»

Από τη δεκαετία του 1990 ο προβληματισμός γύρω από το ζήτημα των τάξεων και του ιστορικού υποκειμένου θεωρείται παρωχημένος και ανεδαφικός. Η δεσπόζουσα ριζοσπαστική θεωρία, παραδομένη στη σαγήνη του μεταμοντέρνου σχετικισμού, αναζητά αυτιστικά τα υποκείμενα στις πολλαπλές ετεροτοπίες, στις θρυμματισμένες ταυτότητες και στο «πλήθος» της ύστερης νεωτερικότητας. Η ομογάλακτη πολιτική ανάλυση μεταφράζει στην αριστερή ιδιόλεκτο τον κυρίαρχο τύπο υποπολιτικής εκπροσώπησης (συνδετικό κόμμα).

Την ίδια περίπου εποχή οι κληρονόμοι της ανανέωσης -όσοι δεν είχαν προσχωρήσει ήδη στην νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία- αποκομμένοι από τους κοινωνικούς τόπους της πολιτικής τους αναπαραγωγής και συρρικνωμένοι εκλογικά, ανασυγκροτούνται και μεθοδεύουν την (επι)στροφή τους στην κοινωνία. Επινοούν σχέσεις και συνάπτουν ευκαιριακούς δεσμούς με τα κινήματα αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τις συλλογικότητες που συγκροτούνται στη βάση των κοινωνικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων και των δικαιωμάτων, καθώς και τα πολυεστικά μορφώματα διαμαρτυρίας. Ταυτόχρονα, οι οξυμένες αντιφάσεις του δρεπανηφόρου νεοφιλελευθερισμού φέρνουν στο προσκήνιο νέους πολιτικούς σχηματισμούς με ριζοσπαστικό πρόσημο.

Με την εκδήλωση της παγκόσμιας κρίσης, αν και οι συσχετισμοί μοιάζουν ιδιαίτερα ευνοϊκοί, κανένα σχεδόν από τα κόμματα αυτά δεν κατάφερε να αποκαταστήσει οργανικές σχέσεις με τις εστίες της κοινωνικής σύγκρουσης, ούτε πολύ περισσότερο να οργανώσει ισχυρές αντιηγεμονικές εγκλήσεις.

Η Αριστερά, το Κράτος και η πολιτική εξουσία.

Από την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης στην κρατικοποίηση

Πού οφείλεται όμως αυτή η εγγενής δυστοκία και η θεμελιώδης αντινομία της Αριστεράς να σφυρηλατήσει σταθερούς δεσμούς με την κοινωνία; Η απάντηση νομίζω βρίσκεται στη δυσκολία της να κατανοήσει τη φύση και τα όρια του αστικού κράτους και να παρέμβει διαπλαστικά στις αντιφάσεις του, κατά τρόπο που θα προάγει το ιστορικό της πρόταγμα.

Έχει χυθεί πολύ μελάνι για το αν θα πρέπει η Αριστερά να παραμείνει «εκτός των κρατικών τειχών». Οι σχετικές διαμάχες ανάγονται στην κληρονομιά μιας αμφίθυμης εργαλειακής αντίληψης για το κράτος, οι οποίες σήμερα έχουν περισσότερο ιστορικοθεωρητική παρά πρακτική αξία. Στην πραγματικότητα τα κόμματα της Αριστεράς, ακόμα και όταν δρούσαν σε καθεστώς θεσμικού αποκλεισμού και καταστολής δεν ήταν ποτέ εκτός κράτους. Πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, αφού οι κοινωνικές σχέσεις εγγράφονται αντικειμενικά στους τόπους πολιτικής εξουσίας, ενώ στην αναπαραγωγή τους συμβάλλουν αποφασιστικά οι μηχανισμοί και οι λειτουργίες του κράτους; Με τα λόγια του Πουλαντζά: το κράτος είναι η σχέση που συμπυκνώνεται υλικά ο συσχετισμός κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν τα κόμματα της Αριστεράς θα πρέπει να βρίσκονται εντός ή εκτός κράτους, αλλά πώς διαμεσολαβούν τους ταξικούς ανταγωνισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές στο εσωτερικό του (Μπαλιμπάρ).

Στη βάση αυτής της παραδοχής διαμορφώθηκε η κυρίαρχη, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, ρεφορμιστική στρατηγική των αριστερών κομμάτων που κωδικοποιήθηκε θεωρητικά στο σχήμα της σχετικής αυτονομίας του κράτους. Η μετατόπιση αυτή, αν και πολιτικά καίρια, υποτίμησε δυο κρίσιμους παράγοντες: την ενδεχομενικότητα και την ιστορικότητα της αυτονομίας του κράτους και τη δύναμή του να ενσωματώνει και να κανονικοποιεί τα ριζοσπαστικά «συμβάντα».

Πράγματι η σχετική αυτονομία του κράτους δεν ανάγεται στη σφαίρα της πολιτικής μηχανικής. Η έκταση και η έντασή της κυμαίνεται ανάλογα με τον ιστορικά προσδιορισμένο συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, αλλά και με τις ανάγκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Τούτο σημαίνει πρακτικά ότι η δυνατότητα της Αριστεράς για μεταρρυθμίσεις εξαρτάται και από την ικανότητά της να οργανώνει αποτελεσματικά και να οξύνει τον κοινωνικό και ιδεολογικό αγώνα, επεκτείνοντάς τον στο πεδίο του κράτους και των πολιτικών διευθετήσεων.

Η εγκατάσταση λοιπόν των αριστερών κομμάτων στο κράτος και ιδιαίτερα στην κυβέρνηση, χωρίς την ουσιώδη τροποποίηση του συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων και χωρίς τη διαμόρφωση των κατάλληλων αγωγών που θα μεταγγίζουν στις κρατικές δομές και πολιτικές τη δυναμική του κοινωνικού πεδίου, οδηγεί νομοτελειακά στην κρατικοποίηση και στην αποξένωσή τους από την κοινωνία. Ουσιώδης τροποποίηση δεν σημαίνει βέβαια πρόσκαιρες εκλογικές μετακινήσεις ή/και μονιμότερες ανακατατάξεις στο κομματικό σύστημα· προϋποθέτει την κρυστάλλωση νέων κοινωνικών συμμαχιών και ισχυρών αντιηγεμονικών συναρθρώσεων με ευκρινές αριστερό πρόσημο και με την ενεργητική παρέμβαση του κόμματος. Στην αντίθετη περίπτωση τα κόμματα της Αριστεράς αυτοαπομονώνονται στους ανταγωνισμούς της πολιτικής σκηνής, γεγονός που μπλοκάρει κάθε δυνατότητα κοινωνικοποίησης των κρατικών θεσμών και οδηγεί στη θεσμοποίηση της ταξικής πάλης. Η θεσμοποίηση συνεπάγεται την εξουδετέρωση των ριζοσπαστικών της φορτίων και την κρατικοποίηση των πολιτικών της εργαλείων (κόμματα – συνδικάτα).

Η πορεία της Αριστεράς -σε αντίθεση με την ιστορική της υπόσχεση- είναι μια σταθερή κίνηση από την κοινωνία προς το κράτος. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα τα σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα έχουν προσχωρήσει στη λογική του κράτους. Σκέπτονται και δρουν ως μέρος του κράτους υπηρετώντας με συνέπεια τα κυρίαρχα προτάγματά του. Η κρατικοποίηση επεκτείνεται μεταπολεμικά σε όλο σχεδόν το φάσμα της Αριστεράς. Οι διεισδυτικές αναλύσεις του Ανιόλι και του Πουλαντζά φωτίζουν με ενάργεια την ικανότητα των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας να μετασχηματίζουν τους ταξικούς αγώνες «… σε πολιτική σύγκρουση… σε αγώνα για δημόσια δύναμη…» και να εγκιβωτίζουν την Αριστερά στην εστία του μαζικού κόμματος του κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι τη δεκαετία του 1970, υπό τη σκιά της οικονομικής κρίσης, ακόμα και τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα συνομολογούν την αναγκαιότητα της δημοσιονομικής σταθερότητας και των περιοριστικών προγραμμάτων.

Στο πλαίσιο της νεοκορπορατιστικής αναδιανομής, που άμβλυνε εντυπωσιακά τις ανισότητες, οι συνέπειες της ενσωμάτωσης δεν ήταν ακόμα ορατές. Από τη στιγμή που αποδιαρθρώνεται η κεϋνσιανή συναίνεση, η κρίση του κοινωνικού κράτους γίνεται κρίση της Αριστεράς. Η κατάρρευση του υπαρκτού ήρθε άπλα να επιβεβαιώσει την προϊούσα φθορά της.

Στο νέο διεθνοποιημένο σύστημα διακυβέρνησης, που οργανώνεται υπό την αιγίδα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, η δυνατότητα των κομμάτων της Αριστεράς να εφαρμόσουν εναλλακτικές πολιτικές εκμηδενίζεται: μετατρέπονται σε θεατές ή/και συνδιαχειριστές προγραμμάτων ανταγωνιστικής λιτότητας, δρουν στο ανελαστικό πλαίσιο ενός συρρικνωμένου χώρου δημοκρατικής πολιτικής, όπου οι κρατικοί θεσμοί αποπολιτικοποιούνται, ενώ οι κρίσιμες πολιτικές θέσεις είναι ήδη κατειλημμένες ή στελεχώνονται από τεχνοκράτες αγοραίας προέλευσης και λογικής.

Από την κρατικοποίηση στην καρτελοποίηση

Τα κρατικοποιημένα κόμματα της Αριστεράς αναπροσανατολίζονται στρατηγικά: χαλαρώνουν τους δεσμούς με την κοινωνία και γίνονται εταίροι του κομματικού cartel· αντλούν πόρους και ισχύ από την υλικότητα και την εναπομείνασα πολιτικότητα του κράτους. Προσαρμόζουν την οργανωτική τους μορφή και τις λειτουργίες τους στις νέες δομές της πολιτικής εξουσίας και στις σκοπιμότητες του κομματικού ανταγωνισμού, που διεξάγεται πλέον με όρους πολιτικού μάρκετινγκ σε μια ασταθή πολιτική αγορά.

Τα συμπτώματα της καρτελοποίησης είναι εμφανή στα περισσότερα κόμματα της Αριστεράς: μετατοπίζουν τη βάση της νομιμοποίησής τους από την κοινωνία στο κράτος και συμμετέχουν ενεργά στην κατασκευή της διακομματικής συναίνεσης στο εσωτερικό του συστήματος. Συγκλίνουν προγραμματικά με τα αστικά κόμματα και οργανώνουν την εκλογική τους τακτική στη βάση του διαχειριστικού και ηθικού τους πλεονεκτήματος («στις 20 Σεπτέμβρη ψηφίζουμε πρωθυπουργό»). Ενδιαφέρονται σχεδόν αποκλειστικά για την ενίσχυση της θέσης τους στον κρατικό μηχανισμό και την προνομιακή τους πρόσβαση στους δημόσιους πόρους.

Στη συνάφεια αυτή, ανεξάρτητα από τις καταστατικές διακηρύξεις τους, ανασυγκροτούνται οργανωτικά ως χαλαρά πλέγματα αποδιαρθρωμένων και αυτοαναφορικών δικτύων, που διαγκωνίζονται για τον έλεγχο και τη νομή των πολιτικών πόρων. Ο εκδημοκρατισμός της συμμετοχής που ευαγγελίστηκαν εκφυλίζεται σ’ ένα ανεστραμμένο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό: οι συλλογικότητες, τα μέλη και τα στελέχη μπορούν ελεύθερα να διατυπώνουν τη γνώμη και να αναπτύσσουν τη δράση τους εκτός των κομματικών γραμμών, είναι όμως αποκλεισμένα από τον πυρήνα της κομματικής πολιτικής. Οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται από τις υπεύθυνες ηγεσίες πίσω από κλειστές πόρτες, ερήμην ή/και αντίθετα με τη βούληση της κοινωνικής βάσης. Ο τρόπος που το «κόμμα ΣΥΡΙΖΑ» διαχειρίστηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι το ευκρινέστερο σύμπτωμα αυτού του «δημοκρατικού παράδοξου», που με οξυδέρκεια ανέλυσε ο Peter Mair ανατέμνοντας το παράδειγμα των Νέων Εργατικών.

«Τι (μπορούμε) να κάνουμε;»

Αναφέρθηκα σχηματικά και με σκόπιμες μεροληψίες στη διαδρομή ενός κινήματος που υποσχέθηκε να αλλάξει τον κόσμο για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η Θεωρία και η Ιστορία δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις και μονοσήμαντες απαντήσεις στις προκλήσεις και τα διλήμματα που θέτει η συγκυρία στις δυνάμεις της Αριστεράς. Έχουν όμως χαρτογραφήσει επαρκώς τις παγίδες που στήνει η πανουργία του Λόγου. Σε αυτές τις παγίδες εγκλωβίστηκαν το σταλινικό κακέκτυπο που ποντίστηκε μαζί με την Ατλαντίδα του υπαρκτού, η κλασική σοσιαλδημοκρατία που αφού μεταλλάχτηκε εξαχνώθηκε στη δίνη μιας πρωτοφανούς κρίσης της πολιτικής και του κράτους, αλλά και το ευρωκομμουνιστικό υβρίδιο που γονιμοποιήθηκε στη μήτρα αυτών των δυο παραδόσεων. Σε αυτές τις παγίδες ασθμαίνει αιμορραγώντας η ριζοσπαστική Αριστερά…

Τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει λοιπόν ένα σύγχρονο κόμμα της Αριστεράς χωρίς να χάσει το ιστορικό του στίγμα, μετεωριζόμενο μεταξύ του αδιέξοδου επαναστατικού βολονταρισμού και του άγονου κυβερνητισμού; Εκτιμώ ότι τα περιθώρια είναι ασφυκτικά και οι δυνατότητες περιορισμένες. Ωστόσο, κατά ένα ειρωνικό τρόπο η Αριστερά του 21ου αιώνα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με την πρόκληση να επινοήσει εκ νέου ένα κόμμα μαζών που θα διαθέτει το θεωρητικό εξοπλισμό, την οργανωτική υποδομή και την πολιτική βούληση να δράσει ως συλλογικός διανοούμενος. Ένα κόμμα που:

Θα αποκαταστήσει το ιστορικό πρόταγμα της κοινωνικής χειραφέτησης μέσα από το δρόμο της ισότητας και με αιχμή την πολιτική και κοινωνική δημοκρατία. Στο σκοτεινό ορίζοντα των ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων, της μεταδημοκρατίας, και του τεχνοκρατικού αυταρχισμού το πρόταγμα αυτό είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρο και επείγον.

Θα επανιδρυθεί προγραμματικά ως ταξική πολιτική δομή ικανή να οργανώνει, να κινητοποιεί και να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εξαρτημένων στρωμάτων. Με αυτή τη σκευή οφείλει να καταδυθεί στο βυθό της νεοφιλελεύθερης δυστοπίας για να χαρτογραφήσει τις ταξικές πρακτικές και τα κοινωνικά ιζήματα, που σχηματίζονται στις διεθνοποιημένες σχέσεις εκμετάλλευσης, αποκλεισμού και αποστέρησης, και να μετασχηματίσει τις συσσωρευμένες ποσότητες κοινωνικής αντίστασης σε νέες ταξικές συμμαχίες.

Η οργάνωσή του θα αντανακλά το νέο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας χωρίς να ρευστοποιείται στις ασυνέχειες των κοινωνικών «συμβάντων» και δίχως να εργαλειοποιείται στις σκοπιμότητες του κομματικού ανταγωνισμού. Μια οργάνωση – αγωγός της τεχνογνωσίας που παράγει η επινοητικότητα των αποκλεισμένων στους δημόσιους θεσμούς και όχι μηχανισμός μετάστασης των κομματικών προσήλυτων στο κράτος. Μια οργάνωση με ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες που θα εγγυώνται την πολιτική ενότητα και την «ανιδιοτελή» ετερότητα. Εσωκομματική δημοκρατία σημαίνει όμως, κυρίως, διαρκή αμφισβήτηση των κατεστημένων ρόλων και ιεραρχιών.

Θα σφυρηλατεί στις εσωτερικές του δομές και λειτουργίες την ενότητα θεωρίας και πράξης. Η άρση αυτής της διχοτομίας είναι θεμελιώδης προϋπόθεση της αντιηγεμονίας. Ο θεωρητικός στοχασμός δεν μπορεί να αποξενώνεται ναρκισσιστικά από την πολιτική δράση, ούτε η διαμόρφωση και η εφαρμογή της πολιτικής να επαφίεται στον εμπειρισμό και τον επαγγελματισμό των ειδικών. Κατά τον ίδιο τρόπο η ηγεμονική πρόταση δεν μπορεί να αυτονομείται από την υλικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Καθώς η ηγεμονία δεν χτίζεται στις αποστειρωμένες αίθουσες κοινωνικών συναναστροφών, ούτε στους βουλευτικούς και κυβερνητικούς θώκους και στις τηλεοπτικές αρένες, αλλά στους υλικούς τόπους και στους κοινωνικούς δεσμούς, όπου εμπεδώνονται οι σύγχρονες σχέσεις εξάρτησης και αλλοτρίωσης.

Θα αναστοχάζεται (αυτο)κριτικά τα όρια της αυτονομίας του κράτους, τους όρους συμμετοχής του στους κρατικούς θεσμούς και τις συνέπειες των πολιτικών του επιλογών, σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον, όπου η πολιτική εξουσία ανασυγκροτείται ως πολυεπίπεδη και δικτυακή δομή (διακυβέρνηση), η οποία θεμελιώνεται σε μια νέα άρθρωση κράτους και αγοράς υπό την ηγεμονία της δεύτερης.

Θα δρα, ταυτόχρονα, τακτικά – ρεφορμιστικά και στρατηγικά – ριζοσπαστικά: αξιοποιώντας τις περιορισμένες ευκαιρίες της μεταδημοκρατικής πολιτικής, θα ρηγματώνει με προοδευτικές και ταξικές μεταρρυθμίσεις το νεοφιλελεύθερο τείχος, χωρίς να χάνει από τον ορίζοντά του το στόχο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Ο αριστερός ρεφορμισμός δεν μπορεί λοιπόν να εξαντλείται σε αποκαταστατικά μέτρα που αμβλύνουν οριακά τις συνέπειες της θηριώδους αναδιανομής και της ληστρικής ιδιοποίησης των κοινών, ούτε σε εκσυγχρονιστικές τομές στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων. Ο ριζοσπαστικός ρεφορμισμός της Αριστεράς οφείλει να διευρύνει τα πεδία της πολιτικής και να δημιουργεί τις υλικές, συμβολικές και θεσμικές προϋποθέσεις για την υλοποίηση του προτάγματος της κοινωνικής χειραφέτησης. Ένας τέτοιος ρεφορμισμός δεν (επ)ενεργεί εξωτερικά και ερήμην της κοινωνίας. Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την ικανότητά του να πυκνώνει και να ενδυναμώνει την αυτόνομη παρουσία των μαζών στις εστίες των κοινωνικών συγκρούσεων και των πολιτικών αγώνων.

Εν κατακλείδι: μιλώ για ένα κόμμα που δεν θα μεταθέτει την υπόθεση του σοσιαλισμού στο εσχατολογικό επέκεινα, αλλά θα την επικαιροποιεί εμμενώς ως διαρκή ενδεχομενικότητα στον αστάθμητο ορίζοντα του παρόντος.

* Διδάσκων στο Παν/μιο Κρήτης

 

 

Ο πασχαλινός εφιάλτης του Κυριάκου
Τσαγκρής Νίκος προχθές
2
Πολιτικές Ειδήσεις

Το ζήτημα στην Ευρώπη δεν είναι να παίξουμε ένα παιχνίδι ευθυνών, αλλά να δώσουμε λύσεις στο μεταναστευτικό
Συνέντευξη Ζώτου Έλλη προχθές
3
Υστερόγραφα

Το αληθινό Πάσχα
Σεβαστάκης Δημήτρης προχθές
4
Ελλάδα

Ψηφιακό Δημόσιο: Λογοδοσία αλλά και κατοχύρωση για τους υπαλλήλους
Νταρζάνου Αγγέλα προχθές
5
Πολιτικές Ειδήσεις

Τα συλλυπητήρια του Αλ. Τσίπρα για τον θάνατο του Β. Παυλίδη
χθες

 

 

 

Advertisements

From → Uncategorized

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: