Skip to content

Σχετικά μ’ εμάς και την Πολιτική Κοινωνιολογία

Η Πολιτική Κοινωνιολογία είναι ένας κλάδος των κοινωνικών επιστημών που στέκεται στο μεταίχμιο της Πολιτικής Επιστήμης και της Κοινωνιολογίας και η θεματική της ενσωματώνει στα ερευνητικά της πεδία θέματα τόσο από τη μία όσο και από την άλλη επιστήμη. Μεγάλα ονόματα της επιστήμης αυτής που άρχισε να αναπτύσσεται γοργά εδώ και έναν αιώνα είναι αυτά των Max Weber, Roberto Michels, Gaetano Mosca, Wilfredo Pareto. Σε αυτούς μπορούμε να εντάξουμε, σύμφωνα με μια πιο διευρυμένη αντίληψη περί του πεδίου τον Alexis de Tocqueville, τον Karl Marx και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα ονόματα στον κατάλογο. Θα χάναμε, ωστόσο την ουσία της ανάδειξης των βασικών σχολών που άνοιξαν το δρόμο για την εξέλιξη και ανάπτυξη της πολιτικής κοινωνιολογίας και της θεσμικής κατοχύρωσής της στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Πάντως, με βάση τη διευρυμένη έννοια πατέρες της Πολιτικής Κοινωνιολογίας μπορούν να θεωρηθούν οι Μαρξ και Βέμπερ, με κριτήριο τη συγκρότηση μιας «μεγάλης θεωρίας» (“grand theory”) που φιλοδοξεί να ερμηνεύσει και να εξηγήσει γενικά και σφαιρικά την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα σε αντίθεση με τις θετικιστικές ή εμπειριστικές θεωρίες που μελετούν συγκεκριμένες κοινωνίες και πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα.

Έτσι, λοιπόν, προχωράμε στον ορισμό της Πολιτικής Κοινωνιολογίας ως του κλάδου εκείνου των κοινωνικών επιστημών που ασχολείται με την σχέση της πολιτικής με την κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται πως οι πολιτικοί δρώντες, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομμάτων, των ομάδων πίεσης και των κοινωνικών κινημάτων, λειτουργούν εντός ενός ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου. Ας το πούμε με άλλα λόγια: Οι πολιτικοί δρώντες διαμορφώνουν τις κοινωνικές δομές, όπως το φύλο, η τάξη και το έθνος, και με τη σειρά τους διαμορφώνονται από αυτές. Άρα, συμπεραίνουμε ότι η ύπαρξη και λειτουργία των διαφορετικών κοινωνικών δομών συνεπάγεται ότι στο πλαίσιο της κοινωνίας η πολιτική επιρροή είναι άνισα κατανεμημένη από τον ίδιο το χαρακτήρα της. Στο χώρο της κοινωνιολογίας συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι η Πολιτική Κοινωνιολογία αποτελεί υποκλάδο της ως «κοινωνιολογία των πολιτικών διαδικασιών και δομών». Αντιστοίχως, στο χώρο της πολιτικής επιστήμης, από την αρχή η Πολιτική Κοινωνιολογία θεωρήθηκε υποκλάδος της. Όμως, υπάρχει και μία τρίτη τάση να θεωρείται η Πολιτική Κοινωνιολογία διασταύρωση της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας. Διακρίνεται η «πολιτική κοινωνιολογία» από την «κοινωνιολογία της πολιτικής». Με βάση το κριτήριο της ανεξάρτητης μεταβλητής (η πολιτική ή η κοινωνική δομή) που χρησιμοποιείται από κάθε κλάδο διακρίνεται η Πολιτική Επιστήμη από την Κοινωνιολογία. Έτσι, η Πολιτική Κοινωνιολογία θεωρείται μια «υβριδική επιστήμη» καθώς προσπαθεί να συνδυάσει τις πολιτικές και τις κοινωνικές εξηγητικές παραμέτρους. Από μια άλλη πλευρά έχει γίνει πρόταση να θεωρείται ότι η Πολιτική Κοινωνιολογία μπορεί να είναι αυτόνομος επιστημονικός κλάδος με βάση τα παρακάτω τρία κριτήρια:

• Αντικείμενο της έρευνας
• Θεωρίες και μέθοδοι της έρευνας
• Τυπικά και χαρακτηριστικά ερευνητικά ερωτήματα και προβλήματα (puzzles) που ξεχωρίζουν την κοινωνιολογική και την πολιτική προσέγγιση της πολιτικής πραγματικότητας.

Έτσι, προτείνεται να θεωρείται η Πολιτική Κοινωνιολογία ως ένα γενικό ερώτημα: «Τι χαρακτηρίζει την αμφίδρομη σχέση μεταξύ των κοινωνικών βάσεων της πολιτικής, των διαδικασιών πολιτικής διαμεσολάβησης και των παραγόμενων πολιτικών αποτελεσμάτων;» Σε αυτό το ερώτημα, δυο είναι οι κεντρικές κατηγορίες ανάλυσης, η «εξουσία» και η «κυριαρχία». Αυτές οι έννοιες δεν εξετάζονται εν κενώ. Οι θεσμοί και οι διαδικασίες της Πολιτικής γεννιούνται, εξελίσσονται, αναπτύσσονται και πεθαίνουν σε μάκρος χρόνου. Επομένως, ο χρόνος και η ιστορία αποτελούν συστατικά στοιχεία της Πολιτικής Κοινωνιολογίας.

Έτσι, λοιπόν, καθήκον μας ως Πολιτικοί Κοινωνιολόγοι είναι να μελετάμε κοινωνικο-πολιτικά φαινόμενα, όπως:
– Οι πολιτικές δραστηριότητες των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, φυλετικών κι εθνοτικών ομάδων, των δύο φύλων, των γενεών, των ελίτ και των μαζών, των ομοφυλόφιλων, των θρησκευτικών, πολιτιστικών και άλλων κοινωνικών ομάδων που χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένα συμφέροντα και ενδιαφέροντα (π.χ. οικολόγοι, φίλοι του αθλητισμού, ασθενείς, φυλακισμένοι κ.ά).
– Οι σχέσεις δύναμης, εξουσίας και επιρροή στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων και στους χώρους εργασίας, οι εργοδοτικές, εργατικές και επαγγελματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις .
– Οι ιδεολογίες και τα ουτοπικά οράματα που συχνά κινητοποιούν τους ανθρώπους να δράσουν πολιτικά.
– Οι τρόποι με τους οποίους επηρεάζεται η Πολιτική από τάσεις, όπως το Διαδίκτυο και τα Κοινωνικά Δίκτυα (ιστολόγια, facebook κλπ) ή Παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.
– Οι τρόποι με τους οποίους οι κοινωνικές δυνάμεις διαμορφώνουν επιμέρους πολιτικές, όπως η πρόνοια, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το διεθνές εμπόριο, η ποινική δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, η εθνική άμυνα, η εξωτερική πολιτική κλπ.

Οι μεγάλοι θεωρητικοί της πολιτικής κοινωνιολογίας με τις «μεγάλες θεωρίες» τους έδωσαν ένα ιδεολογικό στίγμα στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής τους. Από την έντονη αυτή θεωρητική σύγκρουση πάνω στη σχέση κοινωνίας και κράτους προέκυψαν μια σειρά αντιθετικών εννοιών που με το πέρασμα του χρόνου απέκτησαν νέες θεωρητικές διαστάσεις που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον τόσο των σύγχρονων θεωρητικών του κλάδου όσο και των πολιτικών τάσεων και ρευμάτων που αντιμάχονται μεταξύ τους για την επικράτηση σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. Ορισμένα από αυτά τα ζεύγη αντιθετικών εννοιών είναι τα ακόλουθα:
– Τάξη ή αλλαγή
– Εξουσία ή ελευθερία
– Συντηρητισμός ή φιλελευθερισμός
– Μεταρρύθμιση ή επανάσταση
– Συναίνεση ή σύγκρουση
– Δημοκρατία ή ολιγαρχία
– Πλουραλισμός ή ελιτισμός
– Ισότητα ή ανισότητα
– Ιδεατό ή πραγματικό
– Κοινωνική συνοχή ή κοινωνική ρήξη
– Κοινότητα ή άτομο
– Ομοιομορφία ή διαφορετικότητα
Όλα αυτά τα ζεύγη αντιθετικών εννοιών στο πλαίσιο της Πολιτικής Κοινωνιολογίας εντάσσονται στην προσπάθεια συγκρότησης θεωριών που αναζητούν τις κοινωνικές δυνάμεις που λειτουργούν και επηρεάζουν θεωρητικά και πρακτικά το περιεχόμενό τους.
Η εξέλιξη και τα θεωρητικά ρεύματα της Πολιτικής Κοινωνιολογίας

Ας δούμε, επιγραμματικά, πώς εξελίχθηκε η Πολιτική Κοινωνιολογία. Παρ’ όλο που με την μελέτη της κοινωνιολογίας της πολιτικής ασχολήθηκαν ο Αύγουστος Κοντ και ο Χέρμπερτ Σπένσερ, ήταν ο Αλέξις ντε Τοκβίλ που αποπειράθηκε πρώτος να μελετήσει και να προσφέρει ολοκληρωμένο έργο για τη σχέση των πολιτικών ελίτ και των μαζών και τις κοινωνικές βάσεις της επανάστασης προσφέροντας ταυτόχρονα ένα σημαντικό έργο συγκριτικής πολιτικής επιστήμης και κοινωνιολογίας. Με τη Β. Αμερική ασχολήθηκε στο μεγάλο έργο του «Δημοκρατία στην Αμερική» και ανέδειξε το ρόλο των πολιτικών και κοινωνικών ομάδων στη σχέση κράτους και κοινωνίας και τις εξέτασε στο φόντο του διλήμματος ή αντίθεσης ανάμεσα σε ελευθερία και ισότητα. Διαπίστωσε ότι στις ΗΠΑ δεν υπήρξε φεουδαρχία και Μεσαίωνας με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κλειστή στρωματοποίηση της κοινωνίας, αριστοκρατία της έγγειας ιδιοκτησίας και στενός δεσμός εκκλησίας και κράτους. Έτσι υπήρξαν ταξικές ανισότητες στις ΗΠΑ διαφορετικού χαρακτήρα από της Ευρώπης και υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου. Έτσι, η δημιουργία των πολιτικών κομμάτων δεν στηρίχτηκε σε ιδεολογική βάση και στις ταξικές διαιρετικές τομές. Στο έργο του «Το παλαιό καθεστώς και η επανάσταση» τονίζει ότι η γαλλική επανάσταση ήταν τελικά ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα μεταρρύθμισης που αποσκοπούσε στην ενίσχυση της δύναμης και την αύξηση των δικαιοδοσιών της κεντρικής εξουσίας σαρώνοντας τις φεουδαρχικές δομές και τους αντίστοιχους θεσμούς του Μεσαίωνα. Έδειξε επίσης πώς η επανάσταση και το εμπνεόμενο από την ιδέα της ισότητας νέο πολιτικό καθεστώς χρειάστηκαν τμήματα των παλιών δομών για την καταστροφή τους και για την τήρηση της τάξης. Έτσι στη Γαλλία μετά την επανάσταση λειτουργούσε ένα πανίσχυρο κράτος που δεν προχώρησε στην υλοποίηση πολλών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Κατά τον Τοκβιλ, η υλιστική ιδιοτελής συμπεριφορά που προτιμά την οικονομική σταθερότητα συχνά οδηγεί στην απεμπόληση ελευθεριών και δικαιωμάτων. Αυτό το συμπέρασμα συνάδει με το τρίτο συμπέρασμά του πως στη Γαλλία, εν αντιθέσει με τις ΗΠΑ όπου οι άνθρωποι ασχολούνται και δραστηριοποιούνται μόνοι τους πολιτικά και οικονομικά από τα κάτω, εξαρτώνται από την κεντρική εξουσία και την γραφειοκρατία.
Ο Καρλ Μαρξ βάζει τη σφραγίδα του στην εξέλιξη της Πολιτικής Κοινωνιολογίας του 19ου αιώνα με την ταξική ανάλυση της Πολιτικής και η επιρροή του στον κλάδο είναι ακόμη επίκαιρη. Χαρακτηριστικό έργο του Καρλ Μαρξ που σήμερα θεωρείται ιδρυτικό κείμενο τόσο για την «μαρξιστική» σχολή ταξικής ανάλυσης όσο και για την ίδια την Πολιτική Κοινωνιολογία είναι «Η 18η Μπρυμέρ του Ναπολέοντα Βοναπάρτη». Αυτό το έργο στον καιρό του την πραγματική Πολιτική περισσότερο παρά την επιστήμη της. Ασχολείται με την προέλευση των πολιτικών ελίτ και τις αντιδράσεις τους στην επανάσταση του 1848 στην Γαλλία. Η επανάσταση είχε αστικο-δημοκρατικό χαρακτήρα αλλά υπήρχε ισχυρή εργατική συνιστώσα της που είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή εγκαθίδρυση εργατικών θεσμών. Στο μνημειώδες έργο του «Το Κεφάλαιο» ασχολείται, εκτός των άλλων, με την «εργαλειοποίηση» του κράτους και με τους θεσμούς, όπως το δικαίωμα της «ατομικής ιδιοκτησίας», που λειτουργούν υπέρ της κοινωνικής τάξης των κεφαλαιοκρατών. Ο Καρλ Μαρξ αντέστρεψε το Χεγκελιανό σχήμα που κυριαρχούσε τότε και τόνισε ότι η συνείδηση του ατόμου είναι συνάρτηση της κοινωνικο-οικονομικής θέσης του και η ότι η ταξική συνείδηση παίζει ρόλο στη διαμόρφωση των σχέσεων εξουσίας.

Σε διαφορετική τροχιά έβαλε την Πολιτική Κοινωνιολογία ο Μαξ Βεμπερ. Ο Βέμπερ δεν συμμεριζόταν την άποψη του Μαρξ γιατί είχε διαφορετική άποψη τόσο για το χαρακτήρα του καπιταλισμού όσο και για τις έννοιες της τάξης και της ταξικής σύγκρουσης. Θεωρεί ότι ο καπιταλισμός είναι αποκλειστικά Δυτικό φαινόμενο τόσο στο επίπεδο των αξιών όσο και στον τρόπο δράσης. Αυτή η «δυτικότητα» σχετίζεται με τον «ορθολογικοποιημένο χαρακτήρα» της καπιταλιστικής παραγωγής, κάτι που εκτείνεται πολύ πέρα από την ίδια την οικονομική επιχείρηση και χαρακτηρίζει τους κύριους θεσμούς της κοινωνίας. Εκεί όπου ο Μαρξ έδινε έμφαση στη «δομή» της κοινωνίας και της οικονομίας ως τον καθοριστικό παράγοντα της Πολιτικής, ο Βέμπερ έδωσε έμφαση στη «δράση» ως αντικείμενο της έρευνας για την «εξουσία» και την «κυριαρχία». Πέρα από την τεράστια συμβολή του στην γενική κοινωνιολογία ο Βέμπερ αναπροσανατόλισε την Πολιτική Κοινωνιολογία με το έργο του «Οικονομία και Κοινωνία» όπου αναφέρεται στη διάκριση της εξουσίας (power) ή νόμιμης εξουσίας (authority) και της «κυριαρχίας» (domination) καθώς και στους διαφορετικούς ιδεατούς τύπους (ιδεότυπος) της εξουσίας και της κυριαρχίας. Διακρίνει μεταξύ νόμιμης εξουσίας και νομιμοποιημένης εξουσίας για να μπορέσει να μιλήσει για την κυριαρχία ως γενικό κοινωνικό φαινόμενο και όχι ως στενά κρατικό ή πολιτικό φαινόμενο. Κατ’ αυτόν, Πολιτική είναι ο αγώνας για την κατάκτηση μεριδίου εξουσίας ή για την άσκηση επιρροής στην κατανομή της εξουσίας.

Θεωρίες των Ελίτ

Οι Βιλφρέντο Παρέτο και Γκαετάνο Μόσκα έδωσαν στην Πολιτική Κοινωνιολογία μια άλλη «μεγάλη θεωρία», την «Θεωρία των Ελίτ». Μελέτησαν με συστηματική έρευνα αυτές καθαυτές τις ελίτ. Ενδιαφέρονταν για τις σχέσεις των ελίτ με τις μάζες και για τις σχέσεις τόσο στο εσωτερικό των ελίτ όσο και μεταξύ τους, όσο ανταγωνίζονται για την εξουσία και όσο την κατέχουν. Αμφότεροι μίλησαν για την «κυκλοφορίας των ελίτ». Ο Παρέτο μίλησε για το «παράλογο» ως στοιχείο της πολιτικής πάλης. Διέκρινε δύο είδη πολιτικώς δρώντων που γίνονται μέλη των πολιτικών ελίτ, τα «λιοντάρια» και τις «αλεπούδες». Οι πρώτες κυριαρχούν με βάση τη δύναμή τους και την ταχύτητα και την αποφασιστικότητά της στη λήψη των αποφάσεων, ενώ οι δεύτερες με την πανουργία. Οι ελίτ είτε κυβερνώσες ή μη κυβερνώσες. Η αλλαγή των ελίτ είτε των λιονταριών είτε των αλεπούδων επέρχεται κάποια στιγμή καθώς μετά από μακρόχρονη άσκηση εξουσίας το σύστημά τους δείχνει παθολογικά σημάδια διαφθοράς, αλαζονείας και καλοπέρασης. Ο Παρέτο έλεγε ότι «η ιστορία είναι ένα νεκροταφείο αριστοκρατιών». Ο Γκαετάνο Μόσκα, το δεύτερο μέλος της «σχολής των ελίτ» όρισε τις σύγχρονες ελίτ, σε αντίθεση με τις «πρωτόγονες», με βάση τις εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητές τους που χρειάζονται στην πάλη για την απόκτηση πολιτικής εξουσίας στις σύγχρονες γραφειοκρατικές κοινωνίες. Οι πολιτικές ελίτ δεν είναι εκ φύσεως κληρονομικές αλλά μέλη τους μπορούν να γίνουν άνθρωποι προερχόμενοι από όλες τις τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας.

Παράλληλα με τους «ελιτιστές» άρχισε έρευνα για τα ενδιάμεσα επίπεδα του πολιτικού συστήματος, δηλαδή για τα πολιτικά κόμματα και τις ομάδες πίεσης και διαμεσολάβησης συμφερόντων. O πρώτος ερευνητής που διατύπωσε θεωρία για τα πολιτικά κόμματα ήταν ο Μωϋσής Οστρογκόρσκι, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του έργου του Η δημοκρατία και η οργάνωση των πολιτικών κομμάτων υποστήριζε ότι ενώ μεν μελετούσε τις λειτουργίες της δημοκρατικής κυβέρνησης στην ουσία δεν αποτελούσαν οι θεσμοί το αντικείμενό του αλλά οι πολιτικές δυνάμεις. Ο Οστρογκόρσκι ήταν ένας από τους πρώτους πολιτικούς κοινωνιολόγους που αντιλήφθηκαν το ζωτικότατο ρόλο των πολιτικών κομμάτων για τη λειτουργία των δημοκρατικών καθεστώτων του 20ου αιώνα, Με την ανάπτυξη της ζωής των πολιτικών κομμάτων αναπτύσσονται και αποκτούν προσανατολισμό η εστίαση των πολιτικών αισθημάτων και οι ενεργές βουλήσεις των πολιτών μιας δημοκρατικής πολιτείας. Όμως, συμμεριζόταν και τους φόβους ότι στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας η πίστη στο κόμμα γίνεται κάτι ανάλογο με τη θρησκευτική πίστη και δημιουργούνται κίνδυνοι καθώς διέβλεπε έναν ιδιόμορφο οργανωτικίστικο ντετερμινισμό. Αυτό το εξέφρασε στο εν λόγω βιβλίο τονίζοντας ότι «άπαξ και ιδρυθεί ένα κόμμα, ακόμη και αν δημιουργείται για τον ευγενέστερο των σκοπών, αυτοδιαιωνίζεται και τείνει προς τον εκφυλισμό. Αυτή η θέση του επηρέασε τον γερμανό (σοσιαλδημοκράτη αρχικά) πολιτικό κοινωνιολόγο Ρόμπερτ Μίκελς που ήδη η σκέψη του είχε επιρροές από τις «θεωρίες των ελίτ»). O Μίκελς τόνισε ότι, ανεξάρτητα από το αν εκφράζεται ρητά ή σιωπηρά, υπάρχει σαφής τάση ανάπτυξης «θεσμικών» συμφερόντων τόσο στα εργατικά συνδικάτα όσο και στα εργατικά κόμματα. Τα «θεσμικά» συμφέροντα έρχονται συχνά σε αντίθεση με τα συμφέροντα των μελών των εργατικών συνδικάτων. Διαμορφώνεται στα εργατικά συνδικάτα και κόμματα μια εκπαιδευμένη ελίτ εργατών οι οποίοι, από την ηγετική θέση τους στα συνδικάτα, δημιουργούν για τους εαυτούς τους υλικές και κοινωνικές συνθήκες διαφορετικές από αυτές των εργατών-μελών των μόνιμων και θεσμοποιημένων πλέον εργατικών οργανώσεων. Τόνισε επίσης ότι λόγω του διαχωρισμού ηγεσίας-βάσης επέρχεται αναγκαστικά η συνεχής πολιτική συντηρητικοποίηση της ηγεσίας και η αποστασιοποίηση των μελών των ηγετικών ομάδων από τους αρχικούς ριζοσπαστικούς στόχους και πολιτική των οργανώσεών τους. Αυτός είναι ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας» που διατύπωσε ο Μίκελς.

Νέα θεωρητικά ρεύματα και αντικείμενα έρευνας

Στην πιο εμπειρική διάστασή της, η Πολιτική Κοινωνιολογία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Βόρεια Αμερική, κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1930-1940. Αρχικά ο κλάδος ασχολήθηκε με το δίπολο «τάξη – σύγκρουση» προσπαθώντας να αναδείξει τις κοινωνικές δυνάμεις που προκαλούσαν την σύγκρουση. Άλλοι εντοπίζουν την αρχή της άνθησής της στην κρίση της δημοκρατίας στη Δύση, στην άνοδο των «ολοκληρωτισμών» (Ναζισμός, Φασισμός, και για πολλούς και Σταλινισμός), στην παγκόσμια οικονομική κρίση της εποχής εκείνης και στην Νέα Συμφωνία (New Deal) στις ΗΠΑ. Κατ’ άλλους, η άνθηση της Πολιτικής Κοινωνιολογίας είναι αποτέλεσμα των πολλαπλών επιδράσεων της συγκεκριμένης συγκυρίας:
α) διαδικασία ανασυγκρότησης της κατεστραμμένης Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη νέων θεωριών για τη σχέση κράτους και κοινωνίας,
β) ανάπτυξη των αντι-αποικιοκρατικών κοινωνικών κινημάτων,
γ) άνοδος της δημοκρατικής ιδεολογίας και διάχυση των ιδεών της σε ευρέα λαϊκά στρώματα.
Αυτή την περίοδο στο προσκήνιο ήλθε μια νέα αντίληψη για την έρευνα στον κλάδο που έδινε περισσότερη έμφαση στα εξωτερικώς παρατηρήσιμα γεγονότα («συμπεριφορισμός») και λιγότερη στην υποκειμενική εμπειρία της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο πολιτικό και στο κοινωνικό επίπεδο.

Κατά την περίοδο αυτή, αναδύεται ξανά η έννοια της «αξίας» στην Πολιτική που εξετάζεται στα πλαίσια της έρευνας για την «πολιτική κουλτούρα». Πρωτεργάτης αυτής της έρευνας ήταν ο Γκάμπριελ Άλμοντ με το έργο του “Civic Culture”. Στηρίζεται εν μέρει στο έργο του Μαξ Βέμπερ. Η έρευνά του είναι συγκριτική και μελετά την πολιτική κουλτούρα σε μια σειρά από χώρες και ασχολείται με τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας και τα συστήματα αξιών και πεποιθήσεων του πληθυσμού που νομιμοποιούν την εξουσία. Συνδέει τη σταθερότητα του συστήματος δημοκρατικής πολιτικής διακυβέρνησης με την υποκείμενης αξιακής δομής των πολιτών και αναλύει την έκταση στην οποία τείνει να ενισχύει τη δημοκρατική λήψη των αποφάσεων. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Seymour Lipset ασχολείται με τις ενδιάμεσες πολιτικές δομές και θεσμούς που παρεμβάλλονται μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Συνδέει την πολιτική σταθερότητα του δημοκρατικού συστήματος με το βαθμό οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης και με την αποτελεσματικότητα του δημοκρατικού συστήματος λήψης αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πρώτες εργασίες του Λίπσετ οι εκλογές αποτελούν έκφραση της «δημοκρατικής ταξικής πάλης». Αργότερα, συνεργάστηκε με τον Stein Rokkan και ανέπτυξαν την περίφημη θεωρία των «διαιρετικών τομών» (cleavages) και των κοινωνικών συγκρούσεων που προκαλούν την εμφάνιση και ανάπτυξη των πολιτικών διαμαχών και των πολιτικών κομμάτων που εκφράζουν τις διαιρετικές τομές, οι κυριότερες από τις οποίες είναι:
1. Κέντρο-Περιφέρεια
2. Πόλη-Ύπαιθρος
3. Κεφάλαιο-Εργασία
4. Κράτος-Εκκλησία
Κατά την εποχή που έγραψε το έργο του, ο Λίπσετ θεωρούσε ότι τα κομματικά συστήματα έχοντας δομηθεί πάνω στις διαιρετικές τομές που περιέγραψε από τη δεκαετία και ύστερα ήταν «παγωμένα».

Κράτος και ομάδες συμφερόντων: πλουραλισμός και ριζοσπαστικός ελιτισμός

Ένα άλλο πεδίο στο οποίο αναπτύχθηκε έντονος θεωρητικό προβληματισμός και σχηματίστηκαν διαφορετικά ερευνητικά και μεθοδολογικά πρότυπα ήταν αυτό της διαμεσολάβησης συμφερόντων της κοινωνίας προς το κράτος μέσω των ομάδων πίεσης. Το πρώτο θεωρητικό πλαίσιο ήταν αυτό της «θεωρίας των ομάδων» (“group theory”) που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Α. Bentley και αφορά την θεώρηση της κυβέρνησης και της πολιτικής ως πεδία πάνω στα οποία μάχονται διάφορα συμφέροντα, κατά πλείστον οικονομικά, και το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης είναι οι πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνουν όσοι παράγουν κι εφαρμόζουν τις διάφορες πολιτικές. Στο απόγειό της κατά τη δεκαετία του 1950 η θεωρία των ομάδων υπέστη μια πρώτη αλλαγή από τον David Truman, ο οποίος μετρίασε την εμμονή του Bentley με τον οικονομικό χαρακτήρα των συμφερόντων και θεώρησε ότι οι πολιτικές ομάδες είναι οργανώσεις που εκφράζουν κοινωνικές και πολιτικές στάσεις και προδιαθέσεις που δεν ανάγονται υποχρεωτικά σε οικονομικά συμφέροντα. Το δεύτερο στάδιο είναι η ανάπτυξη της θεωρίας του «πλουραλισμού» του Robert Dahl που τονίζει την πολλαπλότητα των πόλων εξουσίας (πολυαρχία) που περιορίζουν ή/και αποτρέπουν τη συγκρότηση ελίτ της εξουσίας, όπως υποστήριζε σε αντίθεση με τον Charles Wright Mills, ο οποίος θεωρούσε ότι (ειδικά στις ΗΠΑ) κυριαρχεί μια πανίσχυρη ελίτ της εξουσίας αποτελούμενη από τις τρεις επιμέρους ελίτ της πολιτικής, της οικονομίας και του στρατού. Με την έρευνά του στην πόλη New Haven κατέληξε σε συμπεράσματα που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πολλών ελίτ που παίρνουν πολιτικές αποφάσεις τις οποίες επηρεάζουν οι ομάδες συμφερόντων, όπως η ιδιαίτερα αποτελεσματική Ένωση Δασκάλων η οποία έχει επιβάλει πολλές επιλογές της όσον αφορά την πολιτική για τα σχολεία.

Γαλλική Πολιτική Κοινωνιολογία

Στο χώρο της γαλλικής «Πολιτικής Κοινωνιολογίας» έλαμψαν τα άστρα των Μωρίς Ντυβερζέ, Νίκου Πουλαντζά και του Πιερ Μπουρντιέ. Ο Ντυβερζέ διέκρινε τα «κόμματα στελεχών» από τακόμματα μαζών. Αρχικά τα πολιτικά κόμματα ήταν τοπικές επιτροπές από προσωπικότητες με επιρροή και προύχοντες στα πλαίσια κάθε εκλογικής περιφέρειας. Είχαν ατελή οργάνωση, οι επιτροπές είχαν υψηλό βαθμό αυτονομίας όπως και οι βουλευτές και ουσιαστικά το κόμμα ήταν ομοσπονδία των επιτροπών. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες του 19ου αιώνα ο αποκλεισμός σοσιαλιστών υποψηφίων από πηγές χρηματοδότησης οδήγησε στη συγκρότηση οργανώσεων με πολλά μέλη που κατέβαλλαν μικρές χρηματικές συνεισφορές κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Αποτέλεσμα ήταν η ενσωμάτωση στην οργάνωση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οπαδών. Έτσι η κομματική οργάνωση συνέβαλε στην πολιτική εκπαίδευση λαϊκών μαζών και δημοκρατική επιλογή υποψηφίων από συνέδρια (εθνικά, τοπικά, τομεακά). Αυτό ήταν πια το «κόμμα μαζών». Τα κόμματα στελεχών ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της εποχής συγκρούσεων μεταξύ αριστοκρατών και αστών. Τα κόμματα μαζών ανταποκρίνονται στην εποχή κατά την οποία η βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί πολυπληθή εργατική τάξη.
Ο Νίκος Πουλαντζάς συνεισέφερε στην Πολιτική Κοινωνιολογία τα μέγιστα παρ’ όλο που πέθανε σε μικρή ηλικία. Συνέβαλε στο άνοιγμα της συζήτησης των Μαρξιστών για την έννοια του κράτους που είχε καθηλωθεί στην εποχή της Σοβιετικής Επανάστασης, δηλαδή στην εργαλειακή αντίληψη. Τόνισε ότι δεν είναι ούτε τα άτομα ούτε τα πολιτικά κόμματα που ορίζουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελείται από τρία βασικά επίπεδα ή υποσυστήματα, δηλαδή το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό. Τα επίπεδα είναι αλληλεξαρτώμενα αλλά διαθέτουν μια «σχετική αυτονομία». Το καπιταλιστικό κράτος παίζει το ρόλο του ρυθμιστή του συστήματος ως συνόλου: προστατεύει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του, διατηρεί την αστική κυριαρχία, τα υγιή επιχειρηματικά κέρδη, και, τέλος, κρατά την εργατική τάξη υπό έλεγχο –αν χρειαστεί δια της βίας αλλά το επιθυμητό είναι δια της ιδεολογίας. Ρυθμίζει την αναπόφευκτη ταξική πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ώστε αυτή να διεξάγεται εντός ορίων και να ελαχιστοποιούνται οι δυνατότητες εξέγερσης. Τέλος, ο Πιερ Μπουρντιέ ασχολήθηκε με τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικές δομές, διεργασίες και διαδικασίες καθίστανται Πολιτικές. Έθεσε σε κυκλοφορία την έννοια του «πολιτικού κεφαλαίου» και έδωσε έμφαση στην σημασία της ύπαρξης και λειτουργίας των κοινωνικών και πολιτικών «δικτύων» για την κοινωνική και την πολιτική ζωή.

Τι είναι, όμως, «Πολιτική»; Γιατί μας απασχολεί τόσο ώστε να παθιαζόμαστε με αυτήν; Ποια είναι τα θέλγητρά της που καθωσπρέπει άνθρωποι εγκληματούν για χάρη της; Τι θέλουν, τέλος πάντων, από αυτήν 30.000 πολίτες που υπέβαλαν υποψηφιότητα στις πρόσφατες περιφερειακές και δημοτικές εκλογές για μια έδρα συμβούλου;

Πολιτική είναι «η επιστήμη και τέχνη της διακυβέρνησης: η επιστήμη ασχολείται με τη μορφή, οργάνωση και διοίκηση ενός κράτους, ή μερών του, και με τη ρύθμιση των σχέσεών του με άλλα κράτη.» Ο συγκεκριμένος ορισμός επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην επίσημη μορφή της πολιτικής αγνοώντας ανεπίσημους θεσμούς της ευρύτερης κοινωνίας ή ακόμη και ημικρατικούς ή ιδιωτικούς θεσμούς στο πλαίσιο των οποίων ασκείται διακυβέρνηση ανθρώπων και πραγμάτων, κοινωνικές συμπεριφορές, εκλογικές προτιμήσεις, στάσεις των πολιτών καθώς και τους παράγοντες που τις διαμορφώνουν. Έτσι, η πολιτική κοινωνιολογία στράφηκε προς την έρευνα της εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης συμφερόντων κοινωνικών ομάδων σε χαμηλότερα επίπεδα (π.χ. επιχειρήσεις και οργανισμοί, περιφερειακή και τοπική διοίκηση, κοινωνικές οργανώσεις και κινήματα κ.α.). Πιο απλά, θα ορίζαμε ως Πολιτική (Politics) το πεδίο πάλης και ανταγωνιστικής δραστηριότητας για την επίλυση γενικής εμβέλειας διαφορών ενώ ως πολιτική (policy) μια συγκεκριμένη πρόταση αντιμετώπισης συγκεκριμένων θεμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάγκη εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης συμφερόντων στηρίζεται στο γεγονός ότι τα συμφέροντα της μιας κοινωνικής ομάδας ενδέχεται να έρχονται σε σύγκρουση με αυτά μίας ή περισσότερων κοινωνικών ομάδων. Συνεπώς, η Πολιτική είναι ένα ευρύτερο φαινόμενο καθότι «αφορά σημαντικές διαφωνίες για την κοινωνική ζωή, καθώς επίσης και τις απόπειρες συμφιλίωσης ή υπέρβασης των διαφωνιών αυτών.»

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: